Μπορεί ο οικονομικός πόλεμος του Τραμπ να κάμψει το Ιράν;

Η απόφαση του προέδρου των ΗΠΑ να χαρακτηρίσει τη νέα εκστρατεία κατά του Ιράν ως «Οικονομική D-Day» φαίνεται να σηματοδοτεί μια νέα στρατηγική, πέρα από τις κυρώσεις που η Τεχεράνη έχει προσαρμοστεί να αντιμετωπίζει εδώ και δεκαετίες. Σύμφωνα με αναλυτές, η πραγματική σημασία της απειλής ίσως δεν βρίσκεται τόσο στον δραματικό της χαρακτηρισμό, όσο στις διαφορετικές συνθήκες υπό τις οποίες επιχειρείται αυτή τη φορά.

Ο Τραμπ υποσχέθηκε «την πιο σκληρή οικονομική επιχείρηση που έχει γίνει ποτέ», προειδοποιώντας τις χώρες και τους θεσμούς που παρέχουν στο Ιράν οικονομική στήριξη ότι θα αντιμετωπίσουν «τεράστιες οικονομικές συνέπειες». Ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ έχει επίσης δηλώσει ότι θα παρουσιάσει τα μέτρα τη Δευτέρα, προειδοποιώντας παράλληλα ότι οι χώρες που διατηρούν οικονομικούς δεσμούς με την Τεχεράνη ενδέχεται να αντιμετωπίσουν σοβαρές συνέπειες.

Η Ουάσινγκτον επιδιώκει να κλείσει τα «κανάλια» που επέτρεψαν στο Ιράν να αντέξει τις προηγούμενες εκστρατείες οικονομικής πίεσης: το λαθρεμπόριο πετρελαίου, την παράλληλη τραπεζική δραστηριότητα, τις εταιρείες-βιτρίνες και το εμπόριο μέσω τρίτων χωρών. Παράλληλα, οι Ηνωμένες Πολιτείες σκοπεύουν να ασκήσουν αυτή την πίεση στην Τεχεράνη σε μια περίοδο που έχει ήδη υποστεί βαρύ πλήγμα από μήνες πολέμου και ναυτικού αποκλεισμού.

Αυτό θέτει το κεντρικό ερώτημα της νέας αμερικανικής στρατηγικής: θα μπορέσει η Ουάσινγκτον να μετατρέψει την οικονομική πίεση σε πολιτικές παραχωρήσεις από την Τεχεράνη;

Ιρανικό πετρέλαιο ή πρόσβαση στο χρηματοπιστωτικό σύστημα των ΗΠΑ

Η ιρανική οικονομία εισέρχεται στη νέα αντιπαράθεση όντας σε πολύ χειρότερη κατάσταση απ’ ό,τι όταν ο Τραμπ ξεκίνησε την πρώτη του εκστρατεία οικονομικής πίεσης το 2018. Ο πόλεμος έχει προκαλέσει ζημιές στις υποδομές, το νόμισμα έχει υποχωρήσει και ο πληθωρισμός έχει καταστήσει τα βασικά αγαθά ολοένα και πιο απρόσιτα. Ο αμερικανικός ναυτικός αποκλεισμός έχει επίσης διαταράξει σοβαρά την κύρια πηγή εσόδων του Ιράν: το πετρέλαιο.

Οι συνέπειες του πολέμου είναι εμφανείς και στο εμπόριο του Ιράν με την Κίνα. Πάνω από το 80% των εξαγωγών πετρελαίου του Ιράν κατευθύνθηκε στην Κίνα το 2025, καθιστώντας τα κινεζικά διυλιστήρια κρίσιμη διέξοδο για το ιρανικό πετρέλαιο που υπόκειται σε κυρώσεις. Ωστόσο, το Reuters μετέδωσε την Παρασκευή ότι οι προσφορές ιρανικού πετρελαίου προς Κινέζους αγοραστές είχαν μειωθεί απότομα από τότε που επανήλθε ο αμερικανικός αποκλεισμός τον Ιούλιο.

Η πτώση αυτή στο εμπόριο είναι σημαντική, με δεδομένο ότι ο ρόλος της Κίνας υπήρξε παράγοντας «λείανσης» των αμερικανικών κυρώσεων στο παρελθόν. Η Ουάσινγκτον επέβαλε στο παρελθόν κυρώσεις στο ιρανικό πετρέλαιο, αλλά όσο η Τεχεράνη συνέχιζε να βρίσκει αγοραστές -κυρίως στην Κίνα- η οικονομική πίεση δεν ήταν ποτέ ολοκληρωτική.

Τώρα, οι Ηνωμένες Πολιτείες σκοπεύουν να αναγκάσουν αυτούς τους αγοραστές να επιλέξουν ανάμεσα στην πρόσβαση στο φθηνότερο ιρανικό πετρέλαιο ή στην πρόσβαση στο αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Θα φέρει η οικονομική πίεση πολιτικά αποτελέσματα;

Η αρχική ιρανική αντίδραση δείχνει ότι η Τεχεράνη προετοιμάζεται για μια ακόμη αντιπαράθεση, αντί για συνθηκολόγηση.

Ο υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί καταδίκασε τα αμερικανικά οικονομικά μέτρα ως «οικονομική τρομοκρατία», ενώ ο υφυπουργός Εξωτερικών Καζέμ Γκαριμπαμπαντί κατηγόρησε την Ουάσινγκτον ότι επαναλαμβάνει «λανθασμένους υπολογισμούς». Ο σκληροπυρηνικός βουλευτής Εμπραχίμ Ρεζαΐ χαρακτήρισε την αποχώρηση από τη Συνθήκη για τη Μη Διάδοση των Πυρηνικών Οπλων ως την «καλύτερη απάντηση» στην κλιμάκωση.

Η ρητορική έχει σημασία, επειδή η οικονομική πίεση μπορεί να οδηγήσει σε δύο πολύ διαφορετικά πολιτικά αποτελέσματα. Μπορεί από τη μία να πείσει τους ηγέτες ότι ο συμβιβασμός είναι αναγκαίος. Μπορεί όμως επίσης να ενισχύσει εκείνους που υποστηρίζουν ότι ο συμβιβασμός με την Ουάσινγκτον ήταν αυτός που έκανε το Ιράν ευάλωτο εξαρχής.

Η εμπειρία του Ιράν από τις κυρώσεις έχει επίσης δημιουργήσει ισχυρές ομάδες συμφερόντων που έχουν λόγο να διατηρηθεί το υπάρχον σύστημα. Παράγοντες με πρόσβαση σε δίκτυα λαθρεμπορίου, άτυπη χρηματοδότηση και κρατικά ελεγχόμενο εμπόριο μπορούν να αποκτήσουν ακόμη μεγαλύτερη σημασία καθώς κλείνουν τα συμβατικά οικονομικά κανάλια. Ετσι, οι κυρώσεις μπορούν ταυτόχρονα να αποδυναμώνουν την οικονομία και να ενισχύουν ορισμένους από τους πολιτικούς παράγοντες που αντιστέκονται περισσότερο στο άνοιγμά της.

Αυτό δεν σημαίνει ότι το Ιράν είναι άτρωτο στην οικονομική πίεση. Σημαίνει όμως ότι η οικονομική ευπάθεια δεν μεταφράζεται αυτόματα σε διπλωματική ευπάθεια.

Το παράδοξο που αντιμετωπίζει, επομένως, ο Τραμπ είναι απλό: η Ουάσινγκτον μπορεί σήμερα να έχει μεγαλύτερη δυνατότητα να πλήξει την ιρανική οικονομία από οποιαδήποτε άλλη στιγμή εδώ και δεκαετίες, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι έχει αναλογικά μεγαλύτερη δυνατότητα να καθορίσει τις πολιτικές επιλογές της Τεχεράνης.

Η εκστρατεία μπορεί να επιτύχει να περικόψει τα έσοδα από το πετρέλαιο, να εξαντλήσει τα συναλλαγματικά αποθέματα και να καταστήσει την ανοικοδόμηση πολύ δυσκολότερη. Θα μπορούσε ακόμη και να ωθήσει το Ιράν ξανά στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Ομως η οικονομική κατάρρευση δεν ισοδυναμεί με πολιτική παράδοση, όπως ακριβώς η ανθεκτικότητα απέναντι στις κυρώσεις δεν ισοδυναμεί με οικονομική υγεία.

Με πληροφορίες από Al-Monitor