Του Πατριάρχη
Η αντιπαράθεση Ισραήλ και Τουρκίας έχει ξεπεράσει πλέον τα όρια μιας συνηθισμένης διπλωματικής κόντρας και οι δύο χώρες δεν ανταλλάσσουν ανακοινώσεις για εσωτερική κατανάλωση. Ανταγωνίζονται για τον έλεγχο της Συρίας και, ευρύτερα, για το ποιος θα καθορίσει τη νέα τάξη πραγμάτων στην Ανατολική Μεσόγειο και στη Μέση Ανατολή.
Το τελευταίο επεισόδιο αυτού του διακρατικού θρίλερ παίχτηκε με την απόφαση της Άγκυρας να ζητήσει από την Interpol την έκδοση ερυθράς αγγελίας σε βάρος του Βενιαμίν Νετανιάχου. Η τουρκική απαίτηση βασίζεται σε ένταλμα δικαστηρίου της Κωνσταντινούπολης, στο πλαίσιο υπόθεσης για την αναχαίτιση στολίσκου που κατευθυνόταν προς τη Γάζα. Πρόκειται για αίτημα εντοπισμού και προσωρινής σύλληψης, το οποίο η Interpol καθηκόντως θα εξετάσει. Για να μην μπερδευόμαστε, δεν αποτελεί απόφαση διεθνούς δικαστηρίου ούτε μετατρέπει αυτομάτως τον Ισραηλινό πρωθυπουργό σε διεθνώς καταζητούμενο.
Η απάντηση του Τελ Αβίβ ήταν ασυνήθιστα σκληρή. Το γραφείο του Νετανιάχου χαρακτήρισε τον Ερντογάν «αντισημίτη δικτάτορα», κατηγορώντας τον ότι σφαγιάζει Κούρδους, προσφέρει καταφύγιο σε στελέχη της Χαμάς, φυλακίζει δημοσιογράφους και πολιτικούς αντιπάλους και κατέχει τη μισή Κύπρο. Για εμάς, αυτή η τελευταία αναφορά έχει ιδιαίτερη σημασία. Το Ισραήλ υπενθύμισε αυτό που συχνά ξεχνιέται στις πλατείες και στους δρόμους της επιλεκτικής ευαισθησίας μερικών «φριπαλαιστινέζων» στην χώρα που κατέχεται από τον στρατό του Ερντογάν, ο οποίος καταγγέλλει άλλες κατοχές.
Ωστόσο ο καυγάς δεν γίνεται για την Κύπρο. Πίσω από τους βαρύτατους χαρακτηρισμούς βρίσκεται η Συρία. Το Ισραήλ βομβάρδισε την αεροπορική βάση Αμπού αλ Ντουχούρ, υποστηρίζοντας ότι η Τουρκία ετοιμαζόταν να αναπτύξει εκεί δυνάμεις. Η Άγκυρα το αρνείται, όμως Τούρκοι αξιωματικοί είχαν επισκεφθεί τη βάση στο πλαίσιο στρατιωτικής συνεργασίας. Για το Ισραήλ, η αντικατάσταση της ιρανικής παρουσίας στη Συρία από μια τουρκική στρατιωτική ζώνη επιρροής δεν αποτελεί βελτίωση, αλλά είναι απλώς αλλαγή απειλής.
Μπορούν οι δύο χώρες να φτάσουν σε πόλεμο; Μια σκόπιμη γενικευμένη σύγκρουση παραμένει απίθανη. Η Τουρκία είναι μέλος του ΝΑΤΟ, το Ισραήλ βασικός σύμμαχος των ΗΠΑ και καμία πλευρά δεν έχει συμφέρον να ανοίξει ένα μέτωπο με απρόβλεπτες συνέπειες. Η Ουάσιγκτον ήδη οργανώνει μηχανισμό αποτροπής επεισοδίων στη Συρία και ο Αμερικανός πρέσβης στο Ισραήλ εκτιμά ότι οι δύο χώρες δεν βρίσκονται κοντά σε σύγκρουση. Ο κίνδυνος, ωστόσο, αυξάνεται όσο οι στρατιωτικές τους δραστηριότητες γίνονται στην ίδια περιοχή.
Το πιθανότερο δεν είναι ένας επίσημος πόλεμος, αλλά ένα ατύχημα, ένα ισραηλινό πλήγμα με Τούρκους νεκρούς ή μια τουρκική αντίδραση που θα ξεφύγει από τον έλεγχο. Κάτι τέτοιο θα δημιουργήσει μια επικίνδυνη κατάσταση για όλη την περιοχή, γιατί οι πόλεμοι δεν προκαλούνται πάντοτε με σχέδιο. Μερικές φορές προκύπτουν από λανθασμένο υπολογισμό και πληγωμένο εθνικό γόητρο.
Υπάρχει, τέλος, μια παραδοξότητα που στην Κύπρο δεν μπορεί να περνάει απαρατήρητη. Όσοι πραγματοποιούν σχεδόν καθημερινώς αντι-ισραηλινές εκδηλώσεις, χωρίς να ξεστομίζουν μία λέξη για τη Χαμάς, τους ομήρους, τους Κούρδους ή την τουρκική κατοχή, καταλήγουν αντικειμενικά να ενισχύουν το αφήγημα του Ερντογάν, έστω και εμμέσως. Σημασία έχει το πολιτικό αποτέλεσμα Μπορεί να μην κρατούν τουρκικές σημαίες, αλλά προσφέρουν στην Άγκυρα το πολιτικό άλλοθι που χρειάζεται για να εμφανίζεται ως προστάτιδα των Παλαιστινίων.
Η κριτική στις αποφάσεις του Ισραήλ είναι θεμιτή και αναγκαία, αλλά η μετατροπή της σε μονόπλευρη εκστρατεία που ξεπλένει τη Χαμάς και αναγορεύει τον κατακτητή της Κύπρου σε τιμητή του διεθνούς δικαίου είναι κάτι διαφορετικό και πολύ πιο επικίνδυνο.