Αυταρχικοί ηγέτες, ο Τραμπ και εμείς

Φόρτωση Text-to-Speech…

Είναι ξεκάθαρο ότι ο Ντόναλντ Τραμπ εκτιμά και θεωρεί αξιόπιστους συνομιλητές ισχυρούς και αυταρχικούς ηγέτες χωρίς ιδιαίτερες ευαισθησίες για δικαιώματα, αρχές και κανόνες. Το επιβεβαιώνει η στάση του έναντι των επικεφαλής σειράς απολυταρχικών καθεστώτων όπως ο Σι Τζινπίνγκ της Κίνας, ο Βλαντιμίρ Πούτιν της Ρωσίας, ο Κιμ Γιονγκ Ουν της Βόρειας Κορέας, αλλά και «σκληρών» ηγετών δημοκρατιών, όπως ο Μπέντζαμιν Νετανιάχου του Ισραήλ ή ο Βίκτορ Ορμπαν που διετέλεσε για συνολικά 20 χρόνια πρωθυπουργός της Ουγγαρίας. Στην κατηγορία αυτή εντάσσεται, φυσικά, και ο Ταγίπ Ερντογάν.

Τον σεβασμό που ο Αμερικανός πρόεδρος τρέφει για τον Τούρκο ομόλογό του την εκφράζει σε κάθε ευκαιρία. Δηλώνει άλλωστε και δημόσια ότι αυτό που εκτιμά στον Ερντογάν, όπως και στους προαναφερθέντες ηγέτες, είναι πως έχουν ισχυρή προσωπικότητα και σκληρούς χαρακτήρες.

Αντίθετα, βλέπει τους ηγέτες των περισσότερων ευρωπαϊκών χωρών όπως και του Καναδά ως αδύναμους και αναποφάσιστους πολιτικούς που προτάσσουν αξίες και αρχές, αναλώνονται σε ατέρμονες θεωρητικές συζητήσεις και επαναλαμβανόμενες διαβουλεύσεις που συχνά καταλήγουν σε αδιέξοδο, και δεν παίρνουν τα σκληρά μέτρα που, κατά την άποψή του, επιβάλλουν οι συνθήκες.

Σε αυτή τη συγκυρία η ηχηρή επίκληση αξιών και αρχών δεν αποφέρει στρατηγικά οφέλη.

Αυτή είναι μία πραγματικότητα την οποία, είτε αρέσει είτε όχι, οι υπόλοιπες χώρες του κόσμου, της Ελλάδας συμπεριλαμβανομένης, δεν μπορούν να αγνοήσουν. Ακόμη και η υποστήριξή του στη συμφωνία της Μέκκας, στην οποία μετέχουν η Τουρκία, η Σαουδική Αραβία, και το Πακιστάν –στην πορεία ίσως και η Αίγυπτος– έχει εν μέρει να κάνει με αυτή την πτυχή του χαρακτήρα του.

Στον βαθμό που η σχέση με τις ΗΠΑ ενδιαφέρει και με τον ένα ή τον άλλο τρόπο άπτεται των συμφερόντων της Ελλάδας –ανεξαρτήτως ιδεολογίας και πολιτικής τοποθέτησης η απάντηση είναι προφανής– θα πρέπει τουλάχιστον για τα υπόλοιπα δυόμισι χρόνια της θητείας του Τραμπ να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη αυτή η παράμετρος της προτίμησης του Αμερικανού προέδρου σε συγκεκριμένους ηγέτες, μεταξύ αυτών και στον Ερντογάν.

Στο πλαίσιο αυτό η ανάδειξη κοινών γεωπολιτικών και οικονομικών συμφερόντων από την πλευρά της Αθήνας είναι μονόδρομος. Ταυτόχρονα, μπορεί συγκεκριμένες αρχές ορθώς να εξακολουθούν να αποτελούν πυξίδα για κάθε ελληνική κυβέρνηση, ωστόσο σε αυτή τη συγκυρία η ηχηρή προβολή και επίκλησή τους δεν αποφέρει στρατηγικά οφέλη, τα οποία, αντίθετα, μπορούν να προκύψουν από την ανάδειξη κοινών προσεγγίσεων σε επιμέρους ζητήματα.

Μέσα από ένα ιδεολογικά αποφορτισμένο πνεύμα ρεαλισμού που έχει ως γνώμονα το εθνικό συμφέρον, και με μια ευφυή επικοινωνιακή στρατηγική, όπως και συγκεκριμένες πράξεις, μπορεί η Αθήνα να περιορίσει τους κινδύνους που όντως ελλοχεύουν.