Του Πατριάρχη
Η υπόθεση πήρε το όνομά της από τη «Σάντη». Δεν ονομάστηκε υπόθεση Δρουσιώτη, ούτε υπόθεση Ροδόσταυρων, ούτε υπόθεση διεφθαρμένων δικαστών. Κεντρικό πρόσωπο ήταν μια γυναίκα η οποία παρουσιαζόταν ως θύμα κακοποίησης, εκβιασμών και μιας πολυετούς επιχείρησης συγκάλυψης από ένα πανίσχυρο σύστημα εξουσίας.
Για τη σωτηρία της κινητοποιήθηκαν δημοσιογράφοι, δικηγόροι και αυτόκλητοι υπερασπιστές των αδυνάτων, γράφτηκαν κείμενα, δημοσιεύθηκαν μηνύματα, καταγγέλθηκαν συνωμοσίες και στήθηκαν πρόχειρα λαϊκά δικαστήρια. Η «Σάντη» έγινε το σύμβολο μιας υποτιθέμενης Κύπρου του υποκόσμου, όπου Ροδόσταυροι, δικαστές, πολιτικοί και οικονομικοί παράγοντες αποφάσιζαν για τις ζωές των ανθρώπων. Σήμερα, ως δια μαγείας, η γυναίκα αυτή εξαφανίστηκε από το κάδρο και παρέμεινε μόνο το όνομά της στον τίτλο της υπόθεσης.
Το ενδιαφέρον έχει στραφεί αποκλειστικά στην ποινική δίωξη του Μακάριου Δρουσιώτη και στο κόστος της υπεράσπισής του. Δικαίωμά του να ζητήσει οικονομική βοήθεια και δικαίωμα κάθε πολίτη να συνεισφέρει. Η δίκη αφορά 101 κατηγορίες και δύο κατηγορουμένους, όχι έναν. Η δεύτερη κατηγορούμενη είναι η ίδια η «Σάντη». Εκείνη που όλοι δήλωναν ότι ήθελαν να σώσουν, από τα δίχτυα του «εκμεταλλευτή» δικαστή και των Ροδόσταυρων.
Η Αστυνομία υποστηρίζει ότι η «Σάντη» παραδέχθηκε πως κατασκεύασε τα επίμαχα μηνύματα, ο Μακάριος Δρουσιώτης αμφισβητεί την έρευνα και αφήνει να εννοηθεί ότι η γυναίκα λύγισε κάτω από πιέσεις και απειλές ισχυρών προσώπων, ενώ επιμένει μέχρι σήμερα που τα μηνύματα είναι γνήσια. Η αλήθεια βεβαίως θα κριθεί στο δικαστήριο καθώς το τεκμήριο της αθωότητας ισχύει και για τους δύο.
Εδώ, όμως, εμφανίζεται η κραυγαλέα αντίφαση. Αν η «Σάντη» είναι μυθομανής και κατασκεύασε τα μηνύματα, τότε κατέρρευσε ολόκληρη η ιστορία που παρουσιάστηκε στην κοινωνία με βαρύγδουπους τίτλους και αναφορές λίγο πριν τις βουλευτικές εκλογές, παρά το ότι τα γεγονότα συνέβησαν χρόνια πριν.
Αν, αντιθέτως, παραμένει ένα φοβισμένο θύμα το οποίο εξαναγκάστηκε να ανακαλέσει, τότε χρειάζεται περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον δικηγόρο, προστασία και οικονομική στήριξη.
Κι όμως, σύμφωνα με απολύτως έγκυρες πληροφορίες, δυσκολεύεται ακόμη και να βρει δικηγόρο που θα αναλάβει την υπεράσπισή της. Αν ευσταθεί επίσης η πληροφορία ότι γνωστός θιασώτης της «φιλανθρωπικής» υπεράσπισης πολιτών της ζήτησε αστρονομική αμοιβή, τότε η κοινωνική ευαισθησία απέκτησε επιτέλους τιμοκατάλογο. Η φιλανθρωπία είναι συγκινητική, αρκεί να προηγηθεί η τραπεζική κατάθεση.
Όσο η «Σάντη» πρόσφερε υλικό για καταγγελίες, πρωτοσέλιδα και ηρωικές αφηγήσεις, όλοι ήταν δίπλα της. Τώρα που χρειάζεται πραγματική βοήθεια και όχι δημόσιες διακηρύξεις, δεν βρίσκεται σχεδόν κανείς. Ούτε καν εκείνοι που υποστηρίζουν ότι η κατάθεσή της αποτελεί προϊόν εκβιασμού.
Η «Σάντη» χρησιμοποιήθηκε πρώτα ως θύμα, ύστερα ως πηγή και τώρα αντιμετωπίζεται ως βάρος. Οι ευαίσθητοι έσωσαν την κοινωνία, το κράτος δικαίου, τη δημοσιογραφία και πιθανότατα την ανθρωπότητα. Μόνο τη γυναίκα που έδωσε το όνομά της στην υπόθεση ξέχασαν να σώσουν.