Φόρτωση Text-to-Speech…
Η ιστορία των playoffs του Champions League έχει πολλά κεφάλαια αναφοράς σε «αουτσάιντερ» που κατάφεραν να αποκλείσουν «φαβορί» χάρη στην αξιοποίηση του πλεονεκτήματος της διαφοράς σε αγωνιστικό ρυθμό. Διότι στα ευρωπαϊκά προκριματικά η διαφορά στον ρυθμό ανάμεσα σε μια ομάδα με 10 επίσημα παιχνίδια και μια με έναν επίσημο αγώνα συχνά αποδεικνύεται καθοριστικός παράγοντας. Αν κάποιος κοιτάξει μέσα από αυτό το πρίσμα το Λέφσκι Σοφίας – ΑΕΚ έχει μπροστά του τον πρώτο λόγο για να ποντάρει στο ότι η ΑΕΚ θα καταφέρει να νικήσει στη ρεβάνς και να μπει στη League Phase του Champions League.
Στο πρώτο, ουσιαστικά, επίσημο παιχνίδι της, αν κανείς λάβει υπόψη ότι στο Σούπερ Καπ υπήρχαν οι περιορισμοί της υποχρεωτικής χρήσης νεαρών Ελλήνων στο βασικό σχήμα, η ΑΕΚ ήταν έτοιμη να κάνει καλά όσα της χρειάζονταν προκειμένου να μην κινδυνεύσει απέναντι στην πρωταθλήτρια Βουλγαρίας που έτρεχε ένα αήττητο σερί δέκα αγώνων. Είχε ασφάλεια κατά το πρώτο στάδιο της επιθετικής ανάπτυξης, χάρη στην οποία κατάφερε να χαμηλώσει την ένταση σε ένα γήπεδο με 40 χιλιάδες οπαδούς της Λέφσκι. Και αυτή η ασφάλεια τη βοήθησε να ηρεμήσει με την μπάλα στην κατοχή της και να κάνει επιθέσεις τοποθέτησης.
Οι αριθμοί αποτυπώνουν αυτή την εικόνα. Η ΑΕΚ ολοκλήρωσε 417 από τις 469 πάσες της, με 89% ακρίβεια, και παρότι η Λέφσκι είχε οριακά περισσότερες πάσες (481) και μεγαλύτερη ακρίβεια (90%), η ελληνική ομάδα προώθησε συχνότερα την κατοχή της στις περιοχές που την ενδιέφεραν. Είχε 44 πάσες προς το επιθετικό τρίτο έναντι 37 της Λέφσκι και 32 επιτυχημένες έναντι 28, ενώ πραγματοποίησε 195 πάσες στο αντίπαλο μισό έναντι 179. Ακόμη πιο χαρακτηριστικό για το παιχνίδι που θέλει να αναπτύξει ο Μάρκο Νίκολιτς ήταν το 83% επιτυχίας στις πάσες προς τα εμπρός, έναντι 80% της Λέφσκι.
Η ασφάλεια δεν αφορούσε μόνο την κατοχή. Η ΑΕΚ έχασε αναλογικά πολύ λιγότερες μπάλες στο δικό της μισό —25% έναντι 49% της Λέφσκι— και συγχρόνως κατάφερε να κρατήσει μεγάλο μέρος του παιχνιδιού μακριά από την περιοχή της μέσα από τις επανακτήσεις. Από τις 65 ανακτήσεις κατοχής της, οι 29 έγιναν στο αντίπαλο μισό, σχεδόν διπλάσιες από τις 15 της Λέφσκι. Είχε επίσης 10 interceptions στο αντίπαλο μισό έναντι 4. Ηταν μια ένδειξη ότι η δομή της πίσω από την μπάλα λειτουργούσε αρκετά καλά ώστε να της επιτρέπει να ανανεώνει επιθέσεις και να μην υποχρεώνεται διαρκώς να ξαναχτίζει από χαμηλά.
Τι της έλειψε; Απέναντι σε μια πολύ καλά οργανωμένη ομάδα στο αμυντικό κομμάτι, η οποία είχε επιτρέψει ελάχιστες ευκαιρίες στους προηγούμενους αντιπάλους της, η ΑΕΚ δυσκολεύτηκε στην ολοκλήρωση των επιθέσεων. Και εδώ οι αριθμοί είναι αποκαλυπτικοί: παρότι είχε 14 επαφές μέσα στην αντίπαλη περιοχή έναντι 11 της Λέφσκι και έφτασε σε 10 τελικές προσπάθειες, μόλις μία από αυτές πήγε στην εστία. Η Λέφσκι είχε 13 τελικές, 4 στον στόχο και μεγαλύτερο συνολικό xG, 1,28 έναντι 0,84 της ΑΕΚ. Με άλλα λόγια, η ΑΕΚ κατάφερε αρκετές φορές να μεταφέρει το παιχνίδι μέχρι την τελευταία ζώνη, αλλά δεν κατάφερε με την ίδια αποτελεσματικότητα να μετατρέψει αυτές τις αφίξεις σε ποιοτικές εκτελέσεις.
Η εξήγηση για αυτό είναι σχετική τόσο με την ποιότητα του αγωνιστικού χώρου, που λόγω των διαρκών αναπηδήσεων της μπάλας δεν ευνοούσε την τεχνική ομάδα, όσο και με το επίπεδο της γνωστικής ικανότητας των ποδοσφαιριστών. Οι δύο εκ των τριών playmakers που είχε στο τερέν η ΑΕΚ ήταν καινούργιοι ποδοσφαιριστές. Οι Μαρίν, Κάιρινεν, Μάγερ είχαν στιγμές συνεργασίας που μοιάζουν σαν σκηνές «προσεχώς», με κορυφαία αυτή του 20ού λεπτού που έδωσε στον Γιόβιτς την ευκαιρία να εκτελέσει και να στείλει την μπάλα στο οριζόντιο δοκάρι.
Υπάρχει μάλιστα μια αλληλουχία αριθμών που περιγράφει με ακρίβεια τόσο αυτό που έκανε καλά η ΑΕΚ όσο και αυτό που της έλειψε: 29 ανακτήσεις κατοχής στο αντίπαλο μισό, 44 πάσες προς το τελευταίο τρίτο, 14 επαφές στην περιοχή, 10 τελικές, αλλά μόλις μία στην εστία και 0,84 xG. Δηλαδή κέρδιζε την μπάλα ψηλά, προωθούσε την κατοχή και έφτανε στην περιοχή, αλλά η ποιότητα της επίθεσης μειωνόταν στην τελευταία ενέργεια.
Η εξήγηση για τη δυσκολία της ΑΕΚ να εξαργυρώσει την υπεροχή της σε αρκετές από τις παραμέτρους ελέγχου του παιχνιδιού μέσα από τη δημιουργία και την αξιοποίηση μεγάλων ευκαιριών είναι σχετική με τον χρόνο ζωής αυτού του σχήματος. Ο Γιόβιτς με τον Ζίνι στην κορυφή και οι Κοϊτά, Μάγερ, Μαρίν, Κάιρινεν πίσω τους αποτέλεσαν ένα γκρουπ που δεν είχε ξαναβρεθεί στο τερέν σε επίσημο παιχνίδι.
Κι όμως, ακόμη και χωρίς αυτοματισμούς υψηλού επιπέδου, η ΑΕΚ κατάφερε να κερδίσει με μεγάλη διαφορά τη μάχη των μονομαχιών. Οι δύο ομάδες έδωσαν από 130 μονομαχίες, αλλά η ΑΕΚ κέρδισε 72 έναντι 56 της Λέφσκι — 55% έναντι 43%. Κυριάρχησε ακόμη περισσότερο στον αέρα, με 22 κερδισμένες εναέριες μονομαχίες έναντι 11 και ποσοστό επιτυχίας 67% έναντι 33%, ενώ πήρε 8 από τις 12 διεκδικήσεις χαμένης μπάλας, έναντι μόλις 2 της Λέφσκι. Είναι αριθμοί που εξηγούν πώς κατάφερε να διατηρεί ή να ανακτά τον έλεγχο ακόμη και όταν μια επίθεσή της δεν ολοκληρωνόταν σωστά.
Λαμβάνοντας αυτό υπόψη, ο παρατηρητής μπορούσε να αντιληφθεί ότι όσο θα μεγαλώνει η γνωστική ικανότητα των ποδοσφαιριστών, δηλαδή όσο θα τρίβονται μέσα σε αγώνες και θα ωριμάζουν το παιχνίδι τους, αυτοί οι παίκτες, μαζί με τους υπόλοιπους που έχει πλέον στη διάθεσή του ο Νίκολιτς, μπορούν να εκφράσουν το μοντέλο παιχνιδιού του Σέρβου προπονητή καλύτερα συγκριτικά με πέρυσι στο επιθετικό κομμάτι.
Και ο καθοριστικός παράγοντας σε αυτό μπορεί να είναι ο Λόβρο Μάγερ — ο παίκτης που κάλυψε τα περισσότερα (6) χιλιόμετρα στο πρώτο ημίχρονο προκειμένου αφενός να κάνει τον εαυτό του διαθέσιμο κατά το πρώτο στάδιο της επιθετικής ανάπτυξης, λειτουργώντας ως επιπλέον κεντρικός μέσος, και αφετέρου να κινηθεί —κυρίως στον κεντρικό άξονα— χωρίς την μπάλα για να βοηθήσει στην ολοκλήρωση των επιθέσεων.
Στον Μάγερ ο Νίκολιτς φαίνεται ότι βρίσκει τον παίκτη που μπορεί να ενώσει τα δύο κομμάτια που στη Σόφια δεν ενώθηκαν όσο θα ήθελε η ΑΕΚ: την ασφαλή και αποτελεσματική προώθηση της μπάλας μέχρι το τελευταίο τρίτο με την παραγωγή καθαρών ευκαιριών. Εναν ποδοσφαιριστή που μπορεί να ανεβάζει την ταχύτητα της επίθεσης με την πάσα, την κίνηση και την επιλογή της σωστής στιγμής για το κάθετο παιχνίδι.
Και ίσως αυτό να είναι το πιο αισιόδοξο μήνυμα που πήρε η ΑΕΚ από το 0-0 της Σόφιας. Σε μια βραδιά στην οποία το νέο επιθετικό της γκρουπ έπαιζε για πρώτη φορά μαζί σε επίσημο αγώνα, η ομάδα του Νίκολιτς κατάφερε ήδη να κερδίσει τις μονομαχίες, τις δεύτερες μπάλες, πολλές από τις επανακτήσεις ψηλά και την προώθηση της κατοχής προς το τελευταίο τρίτο. Αυτό που δεν κατάφερε ήταν να μετατρέψει αυτόν τον έλεγχο σε αντίστοιχη απειλή. Και αυτή είναι πιθανότατα η περιοχή στην οποία η φυσιολογική αύξηση της αγωνιστικής συνοχής μπορεί να της δώσει τη μεγαλύτερη βελτίωση.