Φόρτωση Text-to-Speech…
Πάνω από τρεις δεκαετίες κράτησε η σταδιοδρομία του Στέφανου Μάνου. Μπήκε για πρώτη φορά στη Βουλή το 1977 και πολιτεύτηκε (ανεπιτυχώς) για τελευταία φορά το 2012. Αν δοκίμαζε να μετρήσει κανείς το αποτύπωμά του με τις σχετικά βραχείες υπουργικές θητείες του, κατά τις οποίες μπόρεσε όντως να θέσει σε εφαρμογή τις ιδέες του, θα έλεγε ότι ο κήρυκας του ορθολογισμού δεν πρόλαβε να πράξει και πολλά. Αυτά τα λίγα όμως, που επαναλαμβάνονται τις τελευταίες ημέρες ως λίστα των ανεξίτηλων επιτευγμάτων του, αρκούν για να δείξουν πως οι αντίπαλοί του είχαν καταφέρει να δαιμονοποιήσουν ως δήθεν φανατικό ιδεολόγο έναν πολιτικό που χρησιμοποίησε την εξουσία, όποτε του δόθηκε, με πραγματισμό. Τον ενδιέφερε το αποτέλεσμα και το επεδίωκε με πολιτική ανεξιθρησκία. Ετσι μόνο μπορεί να εξηγηθεί ότι, ενώ έφερε ισοβίως τη στάμπα του νεοφιλελεύθερου, ευλογείται ως ο υπουργός των μεγάλων δημόσιων έργων και των μέτρων που προστάτευσαν τον δημόσιο χώρο.
Ο Μάνος είχε βαθιά επιρροή, συχνά πολύ δυσανάλογη προς την εκλογική του απήχηση. Πολλοί τον άκουγαν με προσοχή. Λίγοι ήταν έτοιμοι να μετατρέψουν αυτή την αποδοχή σε ψήφο.
Ο τραχύς τρόπος ενός πολιτικού που επηρέασε περισσότερο απ’ όσο ψηφίστηκε.
Η γοητεία του λόγου του οφειλόταν και στο γεγονός ότι δεν ενδιαφερόταν να γοητεύσει. Ο Μάνος μιλούσε με αριθμούς και αστόλιστα επιχειρήματα. Δεν κατέφευγε στο τοξικό οπλοστάσιο της πόλωσης. Ο λόγος ήταν, όμως, οξύς και διδακτικός, σκόπιμα αντι-δημαγωγικός. Αυτή την προσήλωσή του στο γυμνό πολιτικό επιχείρημα οι αντίπαλοί του μπορούσαν εύκολα να του την προσάπτουν σαν μεγαλοαστική αλαζονεία και απόσταση από το λαϊκό αίσθημα.

Στους αντιπάλους δεν συγκαταλέγεται μόνο η Αριστερά, που τον εμφάνιζε πάντα σαν σκιάχτρο, ούτε μόνο το πρώιμο λαϊκιστικό ΠΑΣΟΚ, που έμελλε όψιμα, το 2004, να τον στρατολογήσει ως μεταρρυθμιστικό αξεσουάρ. Ισως σφοδρότεροι αντίπαλοί του ήταν οι φορείς της λαϊκής Δεξιάς, που τον έβλεπαν πάντα σαν ξένο μέσα στη Ν.Δ. Με τη βοήθεια της δικής του αλλεργίας στους τακτικούς συμβιβασμούς, κατάφεραν τελικώς να τον εξοβελίσουν, σε μια φάση που η «φιλελεύθερη παράταξη» είχε εκπασοκιστεί, μιμούμενη τις ψηφοθηρικές μεθόδους του άλλου πόλου της Μεταπολίτευσης.
Απέναντι σε αυτόν τον κανόνα του επιτήδειου πολιτεύεσθαι, ο Μάνος υπήρξε πάντα μια ηχηρή, επίμονη εξαίρεση. Επέτρεψε έτσι στους άλλους να καθορίσουν τη δημόσια εικόνα του, κορνιζάροντάς τον ως εκπρόσωπο μιας ψυχρής ελίτ. Η φωνή του όμως δεν περιορίστηκε στην κορνίζα. Ηταν από τις πολύ σπάνιες περιπτώσεις πολιτικού που δεν έπαψε ποτέ να βομβαρδίζει τη δημόσια σφαίρα με παρεμβάσεις, στοχεύοντας πάντα στο συγκεκριμένο και γονιμοποιώντας με τις δικές του θέσεις τη συζήτηση. Ετσι –αδιαφορώντας για τη ρητορική– ο αποσυνάγωγος νεοφιλελεύθερος άσκησε μακρά επιρροή. Πολλές «εμμονές» του –τρεις δεκαετίες και μία χρεοκοπία μετά– έγιναν ιδέες πλειοψηφικές. Δεν ακολούθησε το mainstream. Εσκαψε ένα δικό του.