Και πρώτα απ’ όλα δυο κουβέντες για τη διαβόητη «Οδύσσεια» του Νόλαν. Οχι, μην τρομάζετε: δεν θα πω κι εγώ τη γνώμη μου. Φτάνει, παιδιά. Γκώσαμε. Και κυρίως, δεν θέλουμε να μάθουμε αν σας άρεσε ή όχι, γιατί σας άρεσε ή δεν σας άρεσε, με τι διαφωνείτε ή με τι συμφωνείτε. Μετά συγχωρήσεως, σκασίλα μας. Κρατήστε τη γνώμη σας για σας και για την παρέα σας. Διαβάσαμε τη γνώμη των κινηματογραφικών κριτικών όταν βγήκε η ταινία στις αίθουσες, διαβάσαμε και δυο-τρεις (άντε, πέντε…) γνώμες από ειδήμονες στους Classics, όπως είναι η Μέρι Μπιρντ ή ο Γκρέγκορι Νάτζι (Ναζ, αμερικανοπρεπώς), κλείσαμε.
Γιατί όποιος απλώς είδε την ταινία πρέπει «να μας καταστήσει κοινωνούς» των εντυπώσεών του; Το έχει κάνει και για άλλες ταινίες από αυτές που παίχτηκαν τα τελευταία χρόνια; Λίγο το «ελληνικό» θέμα, λίγο οι κουβέντες που γίνονται δεξιά και αριστερά, λίγο η (ψευδ)αίσθηση ότι γνωρίζουμε (λέμε, τώρα…) για τον ήρωα του έπους και για τις περιπέτειές του, πέφτουν οι γνώμες σαν το χαλάζι, σε κάθε είδους έντυπα και στα social media. Ε, λοιπόν, θα πρωτοτυπήσω: δεν θα σας πω τη γνώμη μου, δεν θα σας πω καν αν είδα ή όχι την ταινία. Είμαι βέβαιος ότι το μόνο που δεν έχετε ανάγκη είναι μία ακόμα άποψη.
Πηγαίνοντας στο επόμενο, έχω αφήσει ένα μικρό χρωστούμενο από προηγούμενες «Αναμοχλεύσεις», πριν από περίπου έναν μήνα. Εγραφα λοιπόν για την (επίκαιρη τότε) επέτειο της πτώσης της Βαστίλλης, διευκρινίζοντας ότι όσα συνέβησαν στις 14 Ιουλίου 1789 ελάχιστη «πρακτική» σημασία είχαν για την πορεία και την εξέλιξη της επαναστατικής διαδικασίας, η οποία, σταδιακά, δειλά δειλά έστω, «ξεδιπλωνόταν» ήδη από την άνοιξη εκείνης της χρονιάς. Μικρή σημασία από απόψεως συσχετισμών, τεράστια όμως στο συμβολικό επίπεδο. Και βέβαια, όπως έγραφα, συμβολική κάθε άλλο παρά σημαίνει λιγότερο σημαντική. Με άλλα λόγια, η 14η Ιουλίου «επιλέχθηκε» να συμβολίσει και να συμπυκνώσει την απόφαση των Γάλλων να αλλάξουν σελίδα, να απαλλαγούν από το αυταρχικό, αναποτελεσματικό και αντιδημοφιλές καθεστώς των Βουρβόνων.
Προεκτείνοντας τη βασική αυτή προσέγγιση και επιχειρηματολογία, θα έλεγα ότι όλα τα έθνη και όλα τα κράτη έχουν ανάγκη από καταγωγικούς και ιδρυτικούς μύθους. Δοκιμάστε να βγάλετε έναν μύθο από την πόρτα, έλεγε ένας ιστορικός, και σύντομα θα δείτε να μπαίνουν δύο από το παράθυρο. Και για να έρθω στα δικά μας, είναι βέβαιο πως Κρυφό Σχολειό δεν υπήρξε ποτέ, πως Χορός του Ζαλόγγου δεν χορεύτηκε ποτέ (τουλάχιστον έτσι όπως τον ξέρουμε και όπως μαθαίνουμε για αυτόν), πως ύψωση του λάβαρου της Επανάστασης στην Αγία Λαύρα, στις 25 Μαρτίου του 1821, δεν έγινε ποτέ. Ωστόσο, το νεαρό ελληνικό κράτος είχε ανάγκη από καταγωγικούς και εθνικούς μύθους προκειμένου να μπορέσει να σταθεί στα πόδια του, να επιβιώσει, να υπάρξει. Και βέβαια, τους έπλασε αυτούς τους μύθους (όσους και όποιους έπλασε), όπως οι Γάλλοι, αντίστοιχα, προκειμένου να στεριώσει η République, μεγαλοποίησαν γεγονότα όπως η πτώση της Βαστίλλης ή επινόησαν το περιστατικό με τη Μαρία Αντουανέτα να λέει, υπεροπτικά και ανάλγητα, «qu’ils mangent de la brioche» («ας φάνε παντεσπάνι», κατά την παραδοσιακή ελληνική απόδοση).
Και κάτι ακόμα ιστορικό. Λίγο βαρύ και δυσάρεστο μεν, εποχικό δε. Σε αντιδιαστολή με το κοινολεκτούμενο στις μέρες μας «τον Αύγουστο δεν υπάρχουν ειδήσεις» ή και ευρύτερα «τον Ιούλιο και τον Αύγουστο τίποτα ιδιαίτερο δεν συμβαίνει», υπάρχει ένα ιστορικό δεδομένο. Σχεδόν όλοι οι πιο αιματηροί πόλεμοι των τελευταίων περίπου 150 ετών ξεκίνησαν κατακαλόκαιρο, ή έστω πριν καλά καλά βγει το καλοκαίρι. Ο Γαλλογερμανικός του 1870-71 στις 19 Ιουλίου 1870, ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος στα τέλη Ιουλίου και στις πρώτες μέρες του Αυγούστου του 1914, ο Ισπανικός Εμφύλιος Πόλεμος στις 17 Ιουλίου 1936, ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος στις 1-3 Σεπτεμβρίου 1940, ο Πόλεμος της Κορέας στις 25 Ιουνίου 1950. Αναρωτιέμαι: Ετυχε, ή μήπως έχει σχέση με το ότι δεν ήταν ακόμη διαδεδομένη (τόσο στις πολιτικές και άλλες ηγεσίες όσο και στα ευρύτερα στρώματα του πληθυσμού) η κουλτούρα των διακοπών, της αναβολής των όποιων σημαντικών αποφάσεων λόγω των «μπάνιων του λαού»;
Νιώθω, όμως, ότι παραβάρυνε το κείμενο, παρά την αρχική μου πρόθεση να εστιάσω σε θέματα πιο ανάλαφρα, πιο «διακοπίστικα». Οπως αυτό που ακολουθεί ως επιδόρπιο μεταφορικά αλλά και κυριολεκτικά, κατά κάποιον τρόπο.
Γενικά, μου αρέσει πολύ το καρπούζι. Ωστόσο, σπάνια αγοράζω, επειδή είναι βαρύ και δυσκολεύομαι να το μεταφέρω από τη λαϊκή. Αντ’ αυτού, το καλοκαίρι, σχεδόν πάντοτε όταν τρώω έξω, ζητάω λίγο καρπούζι για επιδόρπιο, το οποίο μάλιστα συχνά οι ταβέρνες και τα εστιατόρια «το κερνάνε». Πρόσφατα, βρέθηκα με μια παρέα σε παραθαλάσσια ψαροταβέρνα, και μάλιστα αρκετά «παλαιού τύπου». Φάγαμε φάβα, αμπελοφάσουλα, γαύρο, τέτοια πράγματα. Προσωπικά, έκλεισα με έναν γαλέο με σκορδαλιά. Επειτα απ’ όλα αυτά, περίμενα να ακολουθήσει λίγο καρπούζι, άντε λίγο πεπόνι. Μας είπαν, όμως, πως δεν είχαν καρπούζι αλλά θα μας πρόσφεραν… παγωτίνια. Δεν είμαι θιασώτης ενός κλαψιάρικου φολκλορισμού του τύπου «θυμάμαι τότε που…». Διάβολε, όμως; Λίγο καρπουζάκι, τι ψυχή έχει; Και τι άλλο μας περιμένει, βέβαια; Τον χειμώνα, μετά την ψαρόσουπα και τον μπακαλιάρο, δεν αποκλείεται για επιδόρπιο να προσφέρεται πάβλοβα ή σαρλότ αλ οράνζ.