Τα παραδοσιακά νεοκλασικά μοντέλα της μακροοικονομικής ανάλυσης θεωρούσαν ότι η μετοχική (αγοραία) αξία των επιχειρήσεων δεν σχετίζεται με την εξέλιξη της μεγέθυνσης της οικονομίας. Η μακροοικονομική ανάλυση έδινε μεγαλύτερη έμφαση στην αύξηση της συνολικής εγχώριας παραγωγής, στην κατανάλωση, στις μεταβολές των μισθών, στην απασχόληση, στον πληθωρισμό, στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών και στη συναλλαγματική ισοτιμία ως τους βασικούς παράγοντες που επηρέαζαν την ανάπτυξη των εθνικών οικονομιών.
Υπό αυτό το σκεπτικό, οι χρηματοοικονομικές παράμετροι αναλύονταν: είτε υπό το πρίσμα της πιθανής μεταβολής που προκαλούσαν στο συνολικό διαθέσιμο χρήμα σε μια οικονομία (νομισματική θεωρία), είτε υπό το πρίσμα της επίδρασής τους στην ευημερία του συνόλου των επιχειρήσεων και των πολιτών. Ετσι, η αύξηση της αξίας της μετοχής μιας επιχείρησης μπορούσε να έχει έναν θετικό αντίκτυπο στη συνολική ζήτηση και στην αξία της παραγωγής μιας οικονομίας (ΑΕΠ), μέσω κυρίως τεσσάρων καναλιών επίδρασης:
1. Οταν η τιμή της μιας μετοχής αυξανόταν, ο λόγος της αξίας της εταιρείας ως προς το κόστος αντικατάστασης του πάγιου κεφαλαίου της (Tobin q) αυξανόταν. Αποτέλεσμα ήταν και είναι το κόστος αποκατάστασης (αντικατάστασης) παλαιού κεφαλαίου να είναι χαμηλό και ο εκσυγχρονισμός της εταιρείας να μπορεί να επιτευχθεί ευκολότερα.
2. To δεύτερο κανάλι επηρεασμού της μεγέθυνσης της παραγόμενης αξίας της οικονομίας έχει αναλυθεί από τον οικονομολόγο Μοντιλιάνι (1971) και δρα μέσω της αύξησης της κατανάλωσης. Μια μόνιμη και όχι συγκυριακή αύξηση της μετοχικής αξίας μιας επιχείρησης οδηγεί σε μια μόνιμη αύξηση της ευημερίας και συνεπώς του εισοδήματος των κατόχων μετοχών (αξία μετοχής συν μέρισμα μετοχής). Αυτό οδηγεί σε υψηλότερη κατανάλωση από το σύνολο των μετόχων – μικρομετόχων, επηρεάζοντας τη συνολική εγχώρια ζήτηση, την απασχόληση και την παραγωγή.
3. Το τρίτο κανάλι δρα μέσω της ροής ρευστότητας στην επιχείρηση και στον μέτοχο. Οταν η αξία της μετοχής αυξάνεται, η εταιρεία και ο μέτοχος θεωρούν πλέον πως δεν βρίσκονται σε χρηματοοικονομική στενότητα, έτσι αρχίζουν και δαπανούν σε διαρκή καταναλωτικά αγαθά και σε στέγαση.
4. Το τέταρτο κανάλι δρα διά μέσου του θετικού επηρεασμού που προκαλεί η βελτίωση των χρηματοοικονομικών καταστάσεων και των ισολογισμών των επιχειρήσεων στις επενδύσεις. Η αύξηση της αξίας μιας επιχείρησης αυξάνει την καθαρή θέση της (αξία της συνολικής αγοραίας αξίας της μείον τις υποχρεώσεις της). Και η βελτίωση της καθαρής θέσης μιας επιχείρησης κάνει τους εν δυνάμει πιστωτές προθυμότερους να παραχωρήσουν νέα δάνεια, καθώς η καθαρή αξία της επιχείρησης λειτουργεί ως εγγύηση στο παρεχόμενο νέο δάνειο (Μπερνάνκε, 1983).
Για πολλούς οικονομολόγους η απόδοση και κατ’ επέκτασιν η αξία μιας επιχείρησης δεν επηρεάζεται από τον τρόπο χρηματοδότησης της, είτε αυτή πραγματοποιείται εξ ολοκλήρου με τη σύναψη χρέους (τραπεζικό δάνειο, ομόλογο) είτε από την έκδοση μετοχών. Σύμφωνα με τους νεοκλασικούς οικονομολόγους, αυτό που μετρούσε και μετρά στην απόδοση και στη βιωσιμότητα μιας επιχείρησης ήταν και είναι η δυναμική αύξηση της συνολικής παραγωγής της διά μέσου των συνεχώς αυξανόμενων πωλήσεών της.
Η αξία των μετοχών των επιχειρήσεων καθίσταται ο κρίσιμος σύνδεσμος μεταξύ της ανάπτυξης μιας εταιρείας και της μεγέθυνσης των εθνικών οικονομιών.
Ομως, η σωρευμένη με τα χρόνια εμπειρία από τη λειτουργία των αγορών, τη λειτουργία των επιχειρήσεων και της οικονομικής και της λογιστικής απόδοσής τους αναδεικνύει πλέον ως έναν ακόμη βασικό συντελεστή της επιτυχίας μιας επιχείρησης τη διάθεση (κατοχή) ρευστότητας στα ταμεία της. Για παράδειγμα, η έκδοση και η πώληση μετοχών από μια επιχείρηση και η αύξηση της τιμής της μετοχής της αυξάνει τη διαθέσιμη ρευστότητά της (ταμειακά διαθέσιμα) χωρίς την υποχρέωση πληρωμής χρέους (τραπεζικό δάνειο, ομόλογο). Επιπλέον, μια επιχείρηση, υποκαθιστώντας τη μέθοδο της τραπεζικής χρηματοδότησής της με τη χρηματοδότησή της με ίδια κεφάλαια (την έκδοση, δηλαδή, νέων μετοχών/αύξηση μετοχικού κεφαλαίου), προστατεύεται αυτόματα από την πιθανή αδυναμία πληρωμής του χρέους της, που μπορεί να είναι το αποτέλεσμα από τις συγκυριακές διακυμάνσεις στη ζήτηση και στην προσφορά των προϊόντων και των υπηρεσιών της.
Στις μέρες μας, οι χρηματοοικονομικές αγορές (χρηματιστήρια) συνεχίζουν να γνωρίζουν μεγάλη ανάπτυξη. Οι πρόσφατες κρίσεις τις δύο τελευταίες δεκαετίες δεν επηρέασαν τον όγκο των συναλλαγών και τις μέσες αξίες των επιχειρήσεων στις ανεπτυγμένες οικονομίες. Κι αυτό διότι έχει αποδειχθεί κατ’ επανάληψιν ότι μακροπρόθεσμα (σε διάστημα 50 ετών) οι συνολικές αξίες των μετοχών των χρηματιστηρίων σε όλες τις ανεπτυγμένες οικονομίες έχουν θετικό πρόσημο και κινούνται στα επίπεδα του μέσου όρου του ρυθμού της ετήσιας μεγέθυνσης της αξίας των εθνικών οικονομιών. Αν ληφθούν υπόψη και τα ετήσια μερίσματα που λαμβάνουν οι μέτοχοι, το συνολικό όφελος μεγαλώνει (Τζόριον και Γκέτζμαν, 2000).
Η ιστορική εμπειρία, η οικονομική θεωρία και τα εμπειρικά στοιχεία έχουν αποδείξει ότι η αξία των μετοχών των επιχειρήσεων καθίσταται ο κρίσιμος σύνδεσμος μεταξύ της ανάπτυξης μιας εταιρείας και της μεγέθυνσης των εθνικών οικονομιών. Ομως η απλή λογική και η λογιστική επιστήμη θέτουν ορισμένα ανώτατα όρια στην προσδοκώμενη αύξηση της αξίας μιας μετοχής: Τα τρέχοντα κέρδη και τα προσδοκώμενα μελλοντικά κέρδη του συνόλου των επιχειρήσεων δεν μπορούν να αυξάνονται με μεγαλύτερο ρυθμό από τον ρυθμό που αυξάνεται η οικονομία (τον ετήσιο ρυθμό μεγέθυνσης της αξίας του ΑΕΠ), διά παντός. Κάποια στιγμή ο ρυθμός αύξησης της αξίας του συνόλου των μετοχών μιας οικονομίας θα πρέπει να εξισορροπείται με τον ρυθμό αύξησης των κερδών των επιχειρήσεων και κατ’ επέκτασιν να ευθυγραμμίζεται με τον ρυθμό αύξησης της συνολικής αξίας της οικονομίας, καθώς τα κέρδη των επιχειρήσεων δεν μπορούν να υπερβαίνουν το 100% του ΑΕΠ.
Η αξία των ελληνικών επιχειρήσεων υποτιμήθηκε δραματικά την περίοδο της οικονομικής κρίσης και των επακόλουθων διαδοχικών μνημονίων. Είναι γεγονός ότι μετά το τέλος των μνημονίων και τη σταθεροποίηση της ελληνικής οικονομίας οι ελληνικές επιχειρήσεις που θα είχαν καταφέρει να επιβιώσουν θα ανέκαμπταν και θα διεκδικούσαν ξανά την αξία και τα μερίδια της αγοράς που είχαν πριν από την κρίση. Ειδικά σε κλάδους που δεν υπήρχε κατακερματισμός της αγοράς, δηλαδή μεγάλος αριθμός εταιρειών, βλέπε π.χ τον κλάδο της ενέργειας, η ανάκαμψη των εταιρειών ήταν αναμενόμενη (η ζήτηση δεδομένη, αν όχι ανελαστική).
Ομως η αύξηση της αξίας των ελληνικών μετοχών που παρατηρείται την τελευταία πενταετία (2022-2026) οφείλεται κυρίως στα αυξανόμενα κέρδη των επιχειρήσεων λόγω του διαρκούς πληθωρισμού (σωρευτικά στο 21%) και λιγότερο λόγω της πραγματικής μεγέθυνσης της οικονομίας (σωρευτικά 13%) και ακόμη λιγότερο λόγω της απόδοσης των εταιρικών επενδύσεων, οι περισσότερες εκ των οποίων βρίσκονται ακόμη στο στάδιο προς υλοποίηση. Συνεπώς κάθε περαιτέρω αύξηση της αξίας των μετοχών των ελληνικών εταιρειών καθορίζεται από την προσδοκία μελλοντικών κερδών λόγω των νέων προτεινόμενων επενδύσεων και από τη γενικότερη προσδοκία ότι η ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας θα συνεχιστεί. Και οι δύο προσδοκίες εξαρτώνται από την παραγωγικότητα των επιλεγμένων επενδύσεων.
*Ο κ. Βασίλειος Π. Πανουσόπουλος είναι οικονομολόγος – διεθνολόγος, προϊστάμενος του τμήματος μελετών και ανάλυσης της Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας.