Ταχύτερη μείωση χρέους και μαξιλάρι 32 δισ.

Φόρτωση Text-to-Speech…

Μεγαλύτερη μείωση του χρέουςκαι μικρότερη ανάλωση των ταμειακών διαθεσίμων, με ώθηση και από την επίτευξη πολύ υψηλότερου πρωτογενούς πλεονάσματος το οποίο ενδεχομένως να αγγίζει και τα 10 δισ. ευρώ σε ταμειακή βάση, εκτιμάται πως θα πετύχει η Ελλάδα φέτος, ενώ το οικονομικό επιτελείο θα προχωρήσει και σε περισσότερες νέες πρόωρες αποπληρωμές χρέους στο β΄ εξάμηνο, οι οποίες θα φτάσουν τα 4,7 δισ. ευρώ.

Στην παρουσίαση που έχει προετοιμάσει ο Οργανισμός Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους για τους επενδυτές ενόψει των roadshows που ξεκινούν το φθινόπωρο, υπάρχουν σημαντικές αλλαγές όσον αφορά τη δανειακή στρατηγική της Ελλάδας. Ολα βασίζονται στο γεγονός ότι στο τέλος του έτους τα ταμειακά διαθέσιμα θα είναι πολύ υψηλότερα από ό,τι είχε αρχικά υπολογιστεί και θα διαμορφωθούν στα 31-32 δισ. ευρώ, έναντι 28 δισ. ευρώ προηγουμένως.

Ειδικότερα, τα ταμειακά διαθέσιμα στα τέλη Αυγούστου θα κινούνται στα 30 δισ. ευρώ και θα είναι σε καλύτερα επίπεδα απ’ ό,τι είχε προβλεφθεί, λόγω της υπεραπόδοσης των εσόδων και της προληπτικής διαχείρισης χρέους. Ως αποτέλεσμα, στο τέλος του 2026 η ανάλωσή τους να είναι πολύ μικρότερη απ’ ό,τι είχε προϋπολογιστεί, και θα κινηθεί στα 8,378 δισ. ευρώ έναντι 11,859 δισ. ευρώ που προβλεπόταν στις αρχές της χρονιάς.

Αυτό οφείλεται στην επίτευξη μεγαλύτερου πρωτογενούς πλεονάσματος που ενδεχομένως, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του ΟΔΔΗΧ, να ξεπεράσει τον αναθεωρημένο στόχο και να φτάσει τα 10 δισ. ευρώ σε ταμειακή βάση, από 6,51 δισ. ευρώ που είχε προϋπολογιστεί στη δανειακή στρατηγική του 2026, που είχε καταρτιστεί τον Δεκέμβριο του περασμένου έτους. Σημειώνεται πως το οικονομικό επιτελείο προβλέπει πλέον ότι το πρωτογενές πλεόνασμα θα διαμορφωθεί στο 3,2% του ΑΕΠ το 2026, ενώ σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του ΟΔΔΗΧ θα ξεπεράσει το 4%.

Πληρωμές δανείων

Εκτός από το υψηλότερο πρωτογενές πλεόνασμα, το υψηλότερο ποσό των δανείων που θα λάβει η Ελλάδα από το RRF φέτος, τα οποία θα διαμορφωθούν στα 6,10 δισ. ευρώ, επίσης «ανεβάζει» τα ταμειακά διαθέσιμα. Ετσι, στα τέλη του 2026 τα ταμειακά διαθέσιμα θα είναι υψηλοτέρα κατά 3-4 δισ. ευρώ.

Και αυτό, παρά τις αυξημένες πρόωρες αποπληρωμές χρέους στις οποίες θα προχωρήσει ο ΟΔΔΗΧ στο β΄ εξάμηνο, οι οποίες θα διαμορφωθούν στα 4,7 δισ. ευρώ. Ειδικότερα, έως τα τέλη Οκτωβρίου θα αποκληρωθούν πρόωρα 2,5 δισ. ευρώ από τα δάνεια του ευρωπαϊκού ταμείου χρηματοπιστωτικής σταθερότητας (EFSF), που όπως έχει γράψει η «Κ» αφορούν τις δόσεις του 2027 και 2028, ενώ στις 15 Δεκεμβρίου προγραμματίζεται η πρόωρη εξόφληση ύψους 2,2 δισ. ευρώ ομολόγου που βρίσκεται στα χαρτοφυλάκια των ελληνικών συστημικών τραπεζών από το 2020 και λήγει το 2027, με στόχο να μειωθούν οι δανειακές ανάγκες το 2027. Ετσι, οι πρόωρες αποπληρωμές φέτος, από 8,79 δισ. ευρώ που είχαν αρχικά υπολογιστεί, θα διαμορφωθούν στα 12,84 δισ. ευρώ (συμπεριλαμβανομένης της πρόωρης αποπληρωμής 6,94 δισ. ευρώ μέρους των δανείων του πρώτου μνημονίου (GLF) που έγινε τον Ιούνιο και της μείωσης των εντόκων κατά περίπου 1,2 δισ. ευρώ).

Τα παραπάνω οδηγούν και σε μεγαλύτερη μείωση του δημόσιου χρέους, η οποία θα διαμορφωθεί στα 7,385 δισ. ευρώ έναντι 5,461 δισ. ευρώ που είχε αρχικά προβλεφθεί για φέτος, με αποτέλεσμα ο δείκτης χρέους να μειωθεί κοντά στο 136%.

Φέτος το χρέος θα μειωθεί κατά 7,385 δισ. έναντι 5,461 δισ. που είχε αρχικά προβλεφθεί, με αποτέλεσμα ο δείκτης χρέους να υποχωρήσει κοντά στο 136% του ΑΕΠ.

Ετσι, σύμφωνα με τα στοιχεία που θα παρουσιάσει ο ΟΔΔΗΧ στους επενδυτές, στα ταξίδια που είναι προγραμματισμένα τον Οκτώβριο – Νοέμβριο σε Λουξεμβούργο, Γερμανία, Ταϊλάνδη, Φινλανδία, Δανία και Νορβηγία, οι δανεικές ανάγκες της Ελλάδα φέτος μειώνονται στα 23,32 δισ. ευρώ έναντι 24,677 δισ. ευρώ που είχε αρχικά υπολογιστεί.

Αναλυτικά, τα 8,871 δισ. ευρώ αφορούν χρεολύσια και τα 5,072 δισ. ευρώ πληρωμές τόκων – τα οποία όλα έχουν εξοφληθεί ήδη, τα 12,84 δισ. ευρώ πρόωρες αποπληρωμές, τα 4,739 δισ. ευρώ αφορούν άλλες υποχρεώσεις και το 1,8 δισ. ευρώ αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου, με το πρωτογενές πλεόνασμα να εκτιμάται στα 10 δισ. ευρώ σε ταμειακή βάση, από 6,51 δισ. ευρώ πριν.

Οσον αφορά τις πηγές χρηματοδότησης των παραπάνω, η Ελλάδα έχει ήδη αντλήσει από τις αγορές 7,55 δισ. ευρώ έναντι 8 δισ. ευρώ που είναι ο στόχος, 6,326 δισ. ευρώ καλύπτονται από εισροές από το Ταμείο Ανάκαμψης καθώς και από άλλες εισροές κεφαλαίων της Ε.Ε., 618 εκατ. ευρώ από εισπράξεις από μετοχικές και επενδυτικές συμμετοχές, ενώ τα υπόλοιπα 8,378 δισ. ευρώ από τη χρήση ταμειακών διαθεσίμων.

Αναβαθμίσεις μετά τις κάλπες

Η μεγαλύτερη μείωση του χρέους δεν θα περάσει απαρατήρητη από τους οίκους αξιολόγησης, αν και εκτιμάται πως θα τηρήσουν σε μεγάλο βαθμό στάση αναμονής λόγω του ότι βρισκόμαστε σε προεκλογική περίοδο.

Αν και στο αμέσως επόμενο διάστημα αναμένονται θετικές κινήσεις, με αναβάθμιση των προοπτικών που δίνουν οι οίκοι στην Ελλάδα, η αναβάθμιση της αξιολόγησης πιθανότατα να αποτελέσει story του φθινοπώρου του 2027, χωρίς να αποκλείονται βέβαια θετικές εκπλήξεις.

Η μεγαλύτερη μείωση του χρέους δεν θα περάσει απαρατήρητη από τους οίκους αξιολόγησης, με τις αναβαθμίσεις να αναμένονται μετά τις εκλογές.

Σημειώνεται πως ο δεύτερος κύκλος αξιολογήσεων της Ελλάδας από τους μεγάλους οίκους ξεκινάει στις 4 Σεπτεμβρίου με την DBRS, ακολουθούν οι Moody’s και Scope στις 18 Σεπτεμβρίου, η S&P στις 23 Οκτωβρίου και ολοκληρώνεται με τη Fitch στις 6 Νοεμβρίου. H Moody’s βαθμολογεί την Ελλάδα με Baa3 και σταθερές προοπτικές, ενώ όλοι οι υπόλοιποι δίνουν βαθμολογία ένα σκαλοπάτι πάνω από την επενδυτική βαθμίδα, στο ΒΒΒ, με σταθερές προοπτικές, εκτός από τη Scope Rating που δίνει θετικές προοπτικές και είναι ο οίκος που αναμένεται να «κινηθεί» πρώτος όσον αφορά την επόμενη αναβάθμιση.

Αργεί το Α+

Σχετικά με την επιστροφή στην κανονικότητα, πάντως, και στη βαθμολογία Α+ που είχε η Ελλάδα πριν από την κρίση, εκτιμάται πως θα επιτευχθεί το 2032-2034, όταν το χρέος φτάσει το 100% ΑΕΠ. Βέβαια δεν αρκεί η μείωση του χρέους. «Ενώ περαιτέρω αναβαθμίσεις σίγουρα δεν αποκλείονται για την Ελλάδα, θα πρέπει να δούμε μια πολύ σημαντική μείωση του δημόσιου χρέους σε συνδυασμό με μείωση των ανισορροπιών του εξωτερικού τομέα και περαιτέρω αύξηση του μέσου εισοδήματος, ώστε να επιστρέψει η αξιολόγηση στο Α+», σημειώνει στην «Κ» ο αναλυτής της S&P Σάμιουελ Τίλερεϊ.