Φόρτωση Text-to-Speech…
1. Κατακαλόκαιρο του 2026 βρίσκομαι σ’ έναν σταθμό λεωφορείων στη Νότια Ισπανία και ο πίνακας ανακοινώσεων έχει κολλήσει. Δείχνει μονάχα τη θερμοκρασία κάπου αλλού, χτες. Πίνω καφέ (ένα ευρώ) στη μία θορυβώδη καφετέρια ανάμεσα στον σταθμό των τρένων και των λεωφορείων, με ανεμιστήρες οροφής και ηλικιωμένους που τρώνε πρωινό. Μιλάνε με προφορά που ξεφτιλίζει τα μαθήματα των κυριλέ ισπανικών μου, ενώ στις τηλεοράσεις δείχνει ξανά και ξανά τη Θέουτα, τους ανθρώπους που προσπαθούν να περάσουν από το Μαρόκο στην Ευρώπη. Οι θαμώνες γύρω μου έχουν την πλάτη τους γυρισμένη στην τηλεόραση και κανείς δεν σκέφτεται να δυναμώσει την ένταση τόσο νωρίς το πρωί. Ανυπομονώ να επιβιβαστώ στο λεωφορείο μου, για να διαβάσω Ας. Το κάνω, παρόλο που ο οδηγός έχει νταλκά κι ακούει ξανά και ξανά κάτι κιθαρίστες που κλαίνε τους χαμένους τους έρωτες.
2. Ποτέ δεν αγόρασα το βιβλίο Homelands (Πατρίδες // Μια Προσωπική Ιστορία Της Ευρώπης – Ash Timothy-Garton – Βιβλιοπωλείο Πολιτεία ) του Τίμοθι Γκάρντον Ας. Το έκλεψα από μία φίλη και το έχωσα στον σάκο μου, μαζί με το αντηλιακό και λίγες αλλαξιές. Ο Ας είναι καθηγητής Ευρωπαϊκών Σπουδών στην Οξφόρδη και, παρά ταύτα, καλή παρέα για ταξίδι. Ακολουθώντας μία φόρμουλα που συνθέτει προσωπική μαρτυρία, Ιστορία και χρονογράφημα, γράφει συναρπαστικά. Βρέθηκε στη Θέουτα ήδη το 2021. Το σχετικό κεφάλαιο στις Πατρίδες καθώς και όλες οι σκέψεις του για τα σύνορα δημιουργούν ένα επίκαιρο ανεπίκαιρο ανάγνωσμα: ο Ας δεν πιστεύει στην ιερότητα των συνόρων. Είναι παιδί του Τείχους του Βερολίνου.
«Εδώ είναι το νέο Σιδηρούν παραπέτασμα της Ευρώπης» […] «ένα σύνορο ανάμεσα σε δύο κόσμους», γράφει για τη Θέουτα. Μιλάει με τον δήμαρχο της πόλης που έχει βάλει τα κλάματα, με Μαροκινούς εφήβους που θέλουν μία καλύτερη ζωή, με το ακροδεξιό Vox που βλέπει ενορχηστρωμένη εισβολή και ζητάει «κανονικό τείχος, θέλουμε αληθινό τείχος». Σ’ ένα κομψό καφέ στον καλαίσθητο πεζόδρομο της Θέουτα κάθεται να παρατηρήσει τους περαστικούς. Η Θέουτα είναι ένα μόνον κεφάλαιο σ’ αυτήν τη σάγκα Ιστορίας της Ευρώπης που γράφει με ήσυχο ενθουσιασμό, σεβασμό στην άλλη άποψη και ανοιχτόμυαλο πνεύμα ο Ας. Διαβάζουμε την εργασία ενός ανθρώπου που έγινε κοσμοπολίτης με τα πόδια, το μυαλό, τα μάτια και το αυτί του.
3. Η φίλη μου αγόρασε το βιβλίο του Ας από ένα αγγλόφωνο βιβλιοπωλείο στην Τσεχία. Διαβάζοντάς το κατάλαβα τον λόγο που το βιβλιοπωλείο το είχε προτάξει. Ο Ας ξέρει καλά την Ανατολική Ευρώπη. Ο συγγραφέας μας είναι Βρετανός, όμως, ήδη από τις πρώτες σελίδες του βιβλίου του υπερασπίζεται το δικαίωμά του να ερωτευτεί μία άλλη χώρα. Στις Πατρίδες, η πατρίδα δεν είναι ένα μονάχα μέρος. Κανείς δεν καλείται ν’ απολογηθεί εάν θέλει να μιλάει στ’ αγγλικά, να διαβάζει τις εφημερίδες του στα πολωνικά και να λατρεύει τη θεατρική σκηνή της Πράγας ή του Βερολίνου. Ο πληθυντικός αριθμός του τίτλου φανερώνει πως μπορεί κανείς ν’ αγαπά πολλά μέρη, πολλές γλώσσες και κουλτούρες χωρίς να χρειάζεται να απολογηθεί.
4. Τι είναι τα σύνορα; Από τη στιγμή που παίρνει το πρώτο του διαβατήριο, ο Ας περνάει αμέτρητες φορές τα σύνορα. Ταξιδεύει στη Γαλλία να βελτιώσει τα γαλλικά του, πάει στη Γερμανία, εκεί που κάποτε πολέμησε ο πατέρας του, έρχεται στην Ελλάδα, να δει τις μινωικές αρχαιότητες, τους συνταγματάρχες, την οικονομική κρίση, το Μαντείο των Δελφών κ.λπ. Τα σύνορα είναι κατασκευές, κάτι που θρυμματίζουν ο χρόνος κι η θέληση των ανθρώπων, βλ. Βερολίνο, 1989.
Τα σύνορα μπορεί να είναι τρομακτικά και μετά κάτι που καταρρέει, όπως όταν ο συγγραφέας μάς παίρνει μαζί του στην Ουγγαρία του 1989. Τα σύνορα μπορεί να είναι κάτι που θέλουν οι δικτάτορες, μας εξηγεί, καθώς μας παίρνει μαζί του στην Ουγγαρία τα χρόνια της διακυβέρνησης Ορμπαν, όταν η ελευθερία του Τύπου κουρελιάζεται και οι καλλιτέχνες εγκαταλείπουν τη Βουδαπέστη, για να μη ζουν σε «φασιστικό καθεστώς». Τα σύνορα μπορεί να μετατοπιστούν, εάν κάποιος δικτάτορας το βάλει στόχο – ο Ας μάς παίρνει μαζί του στη δικτατορία του Πούτιν. Τα σύνορα μπορεί να γίνουν αντικείμενο υπεράσπισης, λόγος για να βρουν απλοί άνθρωποι μια θρυλική γενναιότητα: ο Ας μάς παίρνει μαζί του στην Ουκρανία απ’ όπου γράφει «εάν η Ρωσία -ή η ρωσία με μικρό- είχε γίνει συνώνυμο του μίσους, η λέξη για την ελπίδα ήταν Ευρώπη. Εδώ, όπως στην Ισπανία, στην Πορτογαλία και την Ελλάδα τη δεκαετία του ’70, όπως στην Πολωνία, την Τσεχοσλοβακία και την Ουγγαρία τη δεκαετία του ’80, όπως στις χώρες της Βαλτικής το 1990, όπως στη Νοτιοανατολική Ευρώπη μετά τους πολέμους στην πρώην Γιουγκοσλαβία, είδα τα όνειρα της Ευρώπης και της ελευθερίας να προελαύνουν μαζί, χέρι χέρι». Την αισιοδοξία του μετριάζει ο ίδιος λίγες σελίδες μετά. Αμφισβητεί τον ηθικό προσανατολισμό μιας Ευρώπης που ανέχεται να πνίγονται μωρά στα σύνορά της.
5. Σ’ ένα μάθημα του στυλ Αγωγή του Πολίτη, μία καθηγήτρια είχε καταφέρει να μας κάνει να μισήσουμε την Ευρώπη. Το μεγαλύτερο μέρος του μαθήματος ήταν αφιερωμένο σε Ευρωπαϊκές Συνθήκες. Μαθαίναμε ημερομηνίες προ της γέννησής μας και επαρχιακές πόλεις της Ολλανδίας, βλ. Μάαστριχτ. Δεν καταλαβαίναμε Χριστό. Τις υπόλοιπες ώρες μισούσαμε την Ευρώπη λόγω της τοξικής πολιτικής ατμόσφαιρας που είχε κάτι αληθινά εμετικό καθώς μεγαλώναμε. Οι ενήλικες μας κοιτούσαν με λύπηση, αφού η οικονομική κρίση μάς έβρισκε πάνω στο άνθος της νιότης μας. Η χώρα μας, η Ελλάδα, και η Ευρώπη μάς είχαν γραμμένους κανονικά. Η ζωή μας, πάντως, καθορίστηκε από τη Συνθήκη Σένγκεν και από άλλες Συνθήκες με ονόματα βαρετών ολλανδικών πόλεων που επέτρεψαν την ελεύθερη μετακίνηση φοιτητών, εργαζομένων, ταξιδιωτών όταν εμείς γεννιόμασταν.
Η Ζώνη Σένγκεν τέθηκε σε λειτουργία στα μέσα της δεκαετίας του ’90 όταν η γενιά μου έπινε το βρεφικό της γάλα. Αυτή η Συνθήκη, όμως, μαζί με τις φθηνές αεροπορικές εταιρείες, τα φροντιστήρια ξένων γλωσσών, τα χόστελ, το Εράσμους, το φοιτητικό πάσο και το Διαδίκτυο, έπαιξε τον ρόλο της ώστε η γενιά μας να νιώσει κοντά στην Ευρώπη. Πιο κοντά απ’ τους γονείς και τους παππούδες μας. Με την πλήρη ενηλικίωση, στα εικοσικάτι, η μαζική έξοδος προς αναζήτηση γνώσεων και εργασίας στο εξωτερικό έφερε το Οσλο, τη Φρανκφούρτη, το Βερολίνο δίπλα στη Λάρισα, στη Θεσσαλονίκη και την Κρήτη. Ολ’ αυτά συνυπήρξαν με αισθήματα εχθρότητας προς τις «Βρυξέλλες» και μαζικής απογοήτευσης από τους μέινστριμ πολιτικούς που, σε όλη την ενήλικη ζωή μας, μοιάζουν με διαχειριστές αδιεξόδων – καμία σχέση με τη νεότητα του Ας!
Ο Ας, όμως, δεν είναι απ’ αυτούς που λένε στη νεολαία να μην γκρινιάζει. Αφιερώνει μερικές λαμπρές σελίδες του βιβλίου του στην οικονομική κρίση και τις συνέπειές της για τους νέους της Ελλάδας. Οι τράπεζες διασώθηκαν, λέει, αλλά νέοι Ελληνες πτυχιούχοι έμαθαν να ψάχνουν δουλειά στα γερμανικά. Φαστ φόργουορντ λίγα χρόνια μετά: η ροή εργαζομένων προς το εξωτερικό συνεχίζεται, ενώ το κόστος ζωής είναι τόσο δυσβάσταχτο για τους τριαντάρηδες που διαλέγουν δωμάτιο στο σπίτι της μαμάς τους και τον τύπο ψυχοθεραπείας που θέλουν να ακολουθήσουν. Η Συνθήκη Σένγκεν έχει αναδιπλωθεί και, εν πολλοίς, καταργηθεί, ο εθνικισμός σαρώνει τις ελευθερίες, οι δικτάτορες γίνονται κανονικοποιημένοι «συνομιλητές», οι νέοι βαριούνται τη δημοκρατία, το Διαδίκτυο έχει γίνει βάλτος με τοξικά απόβλητα, ενώ η νεολαία που ταξίδευε στα είκοσί της, αγκαλιάζει στα σαράντα της το καφενείο, τη ρετσίνα-κόκα κόλα, τα πανηγύρια, το μπουζουκάκι και μία «λαϊκότητα» που δικαιολογεί, υποτίθεται, τη μιζέρια και το μουστάκι σε στυλ πρώτες μέρες της Μεταπολίτευσης.
6. Χωρίς να παραβλέπει πώς μοιάζει ο κόσμος στους νέους Μαροκινούς που συνωστίζονται στη Θέουτα, χωρίς ν’ αγνοεί την κλιματική κρίση, τον Πούτιν, την ακροδεξιά ανδρόσφαιρα, την επάνοδο αντι-φιλελεύθερων πρακτικών που έμοιαζαν τελειωμένες (παρακολουθήσεις, ανελευθερία του Τύπου, διαφθορά, καχυποψία, συνωμοσίες, παράνοια), ο Ας ελπίζει. Δεν υπάρχει καθεδρικός, τοπόσημο, έργο λόγου και τέχνης που να μην τον συναρπάζει. Δεν υπάρχει πλατεία, μουσείο, αρχείο που να αγνοεί. Ταξιδεύει στον χώρο (από την Κρήτη ως το Ελσίνκι) και τον χρόνο (από τη δεκαετία του ’70 μέχρι το τώρα), για ν’ αντλήσει τα πιο πολύτιμα συμπεράσματα.
Για να βρει την ελπίδα γυρίζει στον θεατρικό συγγραφέα Χάβελ. Ο Χάβελ είχε κλειστεί στη φυλακή για τη δράση του ενάντια στο κομμουνιστικό καθεστώς της Τσεχοσλοβακίας τη δεκαετία του 1980 και έγραφε: «Η ελπίδα δεν είναι πρόγνωση, η ελπίδα είναι προσανατολισμός του πνεύματος». Αργότερα, θ’ αναλάμβανε τη διακυβέρνηση της Τσεχίας.
Σε μία κασέτα με παλιά τραγούδια απ’ όλη την Ευρώπη, στις συνομιλίες με φίλους του από την Ελλάδα και την Πολωνία, στον έρωτά του για μία άλλη γλώσσα που μπορεί να τρέψει «ένα μέχρι πρότινος εξωτικό μέρος σε πατρίδα», στους δρόμους των διαδηλώσεων κατά του Μπρέξιτ, στις μαζικές πορείες κατά του Ορμπαν, στα βιβλιοπωλεία, στις εκκλησίες και τα μουσεία, στη μουσική του Μίκη Θεοδωράκη, στα θεατρικά έργα του Χάβελ, στην ποικιλία γλωσσών, φαγητών, ιδεών και ανθρώπων που είναι αυτή εδώ η μεριά του κόσμου, ο Ας ψηλαφεί την υπόσχεση μίας Ευρώπης που δεν έχει ακόμη εκπληρωθεί και που δεν πρέπει να εγκαταλειφθεί.
Πράγματα που με κάνουν να πιστεύω στην ανθρωπότητα αυτήν την εβδομάδα
Το βιβλίο Homelands, A personal History of Europe του Τίμοθι Γκάρτον Ας. Οι κάδοι στις παραλίες. Οι άνθρωποι που υιοθετούν γάτες που σώθηκαν από τις πυρκαγιές. Το παγωτό. Τα μικρά μουσεία σε επαρχιακές πόλεις όταν είναι φροντισμένα, με καλοδουλεμένες συλλογές. Οι ταινίες του Βιμ Βέντερς.