Σαν το εξοχικό δεν έχει!

Το εξοχικό είναι ταυτισμένο με τις θερινές διακοπές των Ελλήνων. Κάποιοι ήταν προνομιούχοι και διέθεταν ένα τέτοιο σε νησί, πριν καν ακόμη οι Κυκλάδες και τα άλλα νησιωτικά συμπλέγματα αποκτήσουν τη σημερινή αίγλη τους. Άλλοι έχτισαν τριγύρω από την Αττική ή στην κοντινή Εύβοια. Τη δεκαετία του ’80, τότε που άρχισε να διαμορφώνεται η μεσαία τάξη, έγινε ο απόλυτος σκοπός κάθε οικογένειας να αποκτήσει το δικό της εξοχικό. Ήταν και αυτό ένα «απόκτημα», που διαχώριζε τους έχοντες και κατέχοντες από τους… άλλους. Είτε έτσι είτε αλλιώς, σε αντίθεση με άλλους λαούς που δεν έχουν στην κουλτούρα τους την έννοια της «δεύτερης» κατοικίας, αυτής του παραθερισμού, εμείς έχουμε να ανασύρουμε πολλές ενθυμήσεις από καλοκαίρια που περάσαμε στα οικογενειακά εξοχικά ή σε εκείνα συγγενών και φίλων. Μάλιστα, τα τελευταία χρόνια, λόγω της οικονομικής στενότητας, βλέπει κανείς μια επιστροφή σε αυτή την παραδοσιακή μορφή διακοπών. Φίλοι ανοίγουν τα εξοχικά τους για την παρέα, συγγενείς ξαναμαζεύονται σε μια εστία. Κάπως έτσι, μέσα σε ένα καλοκαίρι «χτίζονται» κοινές μνήμες, που σε συντροφεύουν για χρόνια. Για λογαριασμό του «Κ», δύο συγγραφείς, ένας δημοσιογράφος και τέσσερις ηθοποιοί γράφουν για τα δικά τους καλοκαίρια σε ένα εξοχικό. Πρόκειται για εικόνες που τους ήρθαν από το απώτατο ή το πιο κοντινό παρελθόν τους και τις διατηρούν άσβεστες μέσα τους.

Σαν το εξοχικό δεν έχει!-1
(Φωτογραφία: Στράτος Καλαφάτης)

Αίσθηση αδιανόητης ελευθερίας

Μυρτώ Αλικάκη, Εύβοια

Σαν το εξοχικό δεν έχει!-2
(Φωτογραφία: Όλγα Χαραμή)

Όταν ήμουν μικρή, στα χρόνια του Δημοτικού, επειδή οι δικοί μου γονείς δεν είχαν εξοχικό, πηγαίναμε στο εξοχικό του θείου μου στην Εύβοια. Εκεί περνούσαμε Σαββατοκύριακα αλλά και κάποιες μέρες στις καλοκαιρινές διακοπές. Το εξοχικό του θείου μου, λοιπόν, ήταν ένα μεγάλο σπίτι μέσα σε κάποια στρέμματα γης, στα οποία υπήρχαν ζώα και καλλιέργειες. Έχω υπέροχες αναμνήσεις από την ενασχόληση με τα ζώα, βίαιες αναμνήσεις από τη σφαγή αυτών και μια γενική αίσθηση αδιανόητης ελευθερίας. Θυμάμαι ότι αλώνιζα μόνη μου με τα ξαδέλφια μου και με φίλους που είχαμε εκεί, στη θάλασσα, θυμάμαι παιχνίδια, φαγητά, τραπέζια, θυμάμαι τους μεγάλους να παίζουν «Θανάση» και κουμ καν σε στρογγυλά τραπέζια έξω στη βεράντα και φυσικά το απόλυτο έδεσμα για ένα παιδί της εποχής εκείνης, το χτυπητό αυγό με ζάχαρη και κακάο… Αυτή ήταν η γενική αίσθηση που μου έχει μείνει από εκείνη την εποχή, αλλά υπάρχει μια συγκεκριμένη ανάμνηση, που την ανακαλώ πολύ συχνά και τη θεωρώ πολύ ξεχωριστή. Ήταν τέλος Αυγούστου, η εποχή του τρύγου, και ξαμοληθήκαμε όλοι, μικροί και μεγάλοι, στα αμπέλια να τρυγήσουμε. Μετά από πολλές ώρες τρύγου, μαζευτήκαμε όλοι στο πατητήρι, με τα καλάθια ξέχειλα από σταφύλια, και ξεκίνησε το πάτημα των σταφυλιών. Συνηθιζόταν τότε να βάζουν εμάς τα μικρά παιδιά να πατήσουμε τα σταφύλια και θυμάμαι αυτή την απίστευτα μεθυστική μυρωδιά, θυμάμαι να κολλάμε ολόκληροι από τον μούστο των σταφυλιών, που πεταγόταν παντού, και μετά τα μεγάλα μπιτόνια μέσα στα οποία έβαζαν τον μούστο. Το μεγαλύτερο μέρος αυτών επρόκειτο να γίνει κρασί και ένα μικρότερο μέρος γινόταν μουσταλευριά. Τρελαινόμουν για μουσταλευριά, την οποία φτιάχναμε μέσα σε μεγάλες κατσαρόλες και το μυστικό ήταν να προσθέτεις λίγο πιπέρι. Και όταν την έτρωγες ζεστή, ήταν μια γεύση μαγική.
*Η Μυρτώ Αλικάκη είναι ηθοποιός.

Μια πολυχρησιμοποιημένη τράπουλα

Δημήτρης Στεφανάκης, Κυκλάδες

Σαν το εξοχικό δεν έχει!-3
(Φωτογραφία: Ραφαήλ Σουλιώτης)

«Είναι ασφαλώς καθαρή τρέλα, και σχεδόν πάντα τιμωρείται, να επιστρέφεις στους τόπους της νιότης και να θέλεις να ξαναζήσεις στα σαράντα σου όσα χάρηκες με την ψυχή σου στα είκοσι», γράφει ο Καμύ κάπου στο Καλοκαίρι του. Και αν αναφέρομαι σε αυτή την τρυφερή εξομολόγηση, το κάνω γιατί με επαναφέρει στα εφηβικά καλοκαίρια, στις Κυκλάδες, στη θάλασσα, στο φως. Οι αναμνήσεις με κατακλύζουν όπως τα βαριά κύματα που σκάνε με ρυθμό πάνω στις διψασμένες αμμουδιές του νησιού. Οι οξειδωμένοι μεντεσέδες στα παράθυρα δοκιμάζονται από το αυγουστιάτικο μελτέμι και τρίζουν σαν γέρικα, αποκαμωμένα κόκαλα. Στο τραπέζι της κουζίνας, πάνω στη λαχανί γυαλιστερή φορμάικα, στήναμε με τον Ιάσονα παρτίδες με μια πολυχρησιμοποιημένη τράπουλα. Δεν παίζαμε με λεφτά, αλλά με βιβλία. Και θυμάμαι πώς σφιγγόταν η καρδιά μου κάθε φορά που αποχωριζόμουν κάποιο αγαπημένο ανάγνωσμα: τους Αδερφούς Καραμάζοφ, που τους έχασα τόμο τόμο, το Παραθαλάσσιο νεκροταφείο του Πολ Βαλερί, το Κιβώτιο του Αλεξάνδρου… Κοίταζα με απόγνωση τη μικρή μου βιβλιοθήκη να αδειάζει μέρα με τη μέρα. Τα μεγάλα, άπληστα μάτια του Ιάσονα καταβρόχθιζαν όλους τους αγαπημένους τίτλους. Απολάμβανα όμως και τους μικρούς μου θριάμβους. Χάρη στην αθεράπευτη τραπουλομανία, πήρα για πρώτη φορά τη γαλλική έκδοση του Ξένου στα χέρια μου κι εκείνη την γκρίζα χαρτόδετη έκδοση των ποιημάτων του Σεφέρη, για την οποία ο Ιάσονας μου έδινε πίσω τα μισά από τα χαμένα βιβλία μου για να την ανακτήσει. Φυλλομετρώντας τις σελίδες όπως τα χρόνια μου, πέφτω ξανά πάνω στους υπογραμμισμένους στίχους του ποιητή για το καλοκαίρι:

«Γυρίσαμε πάλι στο φθινόπωρο, το καλοκαίρι / σαν ένα τετράδιο που μας κούρασε γράφοντας μένει / γεμάτο διαγραφές αφηρημένα σχέδια / στο περιθώριο κι ερωτηματικά…».
*Ο Δημήτρης Στεφανάκης είναι συγγραφέας.

Ανάμεσα στις πεσμένες πευκοβελόνες

Κυριάκος Χαρίτος, Εύβοια

Σαν το εξοχικό δεν έχει!-4
(Φωτογραφία: Σωκράτης Μπαλταγιάννης)

Διακοπές πηγαίναμε όπου δούλευε ο θείος μου ο Θανάσης στις οικοδομές. Εκεί νοίκιαζε η θεία μου σπίτι για να περνούν μαζί του το καλοκαίρι, κι εμείς από κοντά. Κοιμόμασταν στρωματσάδα με τις ξαδέλφες μου. Πέντε παιδιά, σεντόνια με τεράστια κίτρινα λουλούδια. Ποδάρια μες στη μούρη σου. Και μετά σιωπή. Απαλές ανάσες από ακούραστα πνευμόνια. Αταλάντη, Πάλαιρος, Πόρτο Μπούφαλο. Στις κατσαρόλες έβραζαν μαρμελάδες βερίκοκο και ροδάκινο. Καμένη ζάχαρη, κακάδια, βρεγμένα Μίκυ Μάους. Έγλειφες το δέρμα σου και ήταν αλμυρό. Κάποτε έφτιαξαν στο Πήλι Ευβοίας ένα σπίτι διακόσια μέτρα από τη θάλασσα. Τσιμέντο. Λάμπες με γκάζι και ένα βαρέλι μπλε πλαστικό με παγοκολόνες. Μάλλον από λάδι. Ό,τι χρειαζόσουν το έπαιρνες από τον Μπουζάλα στο χωριό: σταυρόλεξα, παγωτά, μπρατσάκια. Τη νύχτα τα έντομα σε ξεκουφαίνανε. Ξεμάκραινες πέντε μέτρα και ήσουν σε απόλυτο σκοτάδι. Τα έκανες πάνω σου. Ο ουρανός έγερνε από πάνω έτοιμος να του χυθούν τα αστέρια. Όλη η φύση σε τρόμαζε και μάγευε μαζί. Μυρίζω ακόμη τα ψητά ψάρια, τις τηγανητές μελιτζάνες, το καυτό ελαιόλαδο. Βλέπω το πλαστικό τραπεζομάντιλο της αυλής, εκεί όπου χύθηκε το μέλι, η μερέντα – αδειάζαμε ένα βάζο την ημέρα. Ένα καρβέλι ψωμί μόνο για πρωινό. Στα ψίχουλα χυμούσαν θρασύτατα σπουργίτια. Φανελάκια βρεγμένα με γάλα. Δέρμα γδαρμένο από το φως, σχεδόν διάφανο. Άγιες τσίμπλες των πλασμάτων που υπήρξαμε. Το κέλυφός τους είναι ακόμη κάπου εκεί. Ανάμεσα στις πεσμένες πευκοβελόνες.
*Ο Κυριάκος Χαρίτος είναι συγγραφέας.

Τα χρόνια της ανεμελιάς

Μαριλένα Ράδου, Λουτράκι

Σαν το εξοχικό δεν έχει!-5
(Φωτογραφία: Όλγα Χαραμή)

Γεννήθηκα τη δεκαετία του ’80 και ήμουν από τα τυχερά παιδιά που είχαν εξοχικό. Έτσι, όλα μου τα καλοκαίρια, μέχρι τα 15 μου χρόνια, τα πέρασα στο Λουτράκι. Εκεί ο παππούς μου με έβαζε στο καρότσι της οικοδομής και με πήγαινε βόλτα, καθώς έφτιαχνε ή επισκεύαζε με τα χέρια του διάφορα σημεία του σπιτιού. Το σπίτι είχε έναν μεγάλο κήπο και εγώ κυκλοφορούσα συνεχώς ξυπόλυτη. Δεν υπήρχε καλοκαίρι που να μη γεμίσουν οι πατούσες μου ακίδες, τις οποίες η μαμά μου και η γιαγιά μου έβγαζαν με μια βελόνα και λίγο λάδι, με απίστευτη υπομονή. Με τη γιαγιά μου μαγειρεύαμε γεμιστά, ποτίζαμε τον κήπο και περνούσαμε ατέλειωτες ώρες μαζί. Ήμουν, όμως, και ο μικρός διασκεδαστής της προγιαγιάς μου. Της τραγουδούσα, της χόρευα και, ήδη από τα πέντε μου χρόνια, της έλεγα ότι όταν μεγαλώσω θέλω να γίνω ηθοποιός. Με τη μαμά μου και τον αδελφό μου πηγαίναμε καθημερινά για μπάνιο. Ο μπαμπάς μου δούλευε στην Αθήνα και ερχόταν να μας βρει κάθε Σαββατοκύριακο. Δεν παραλείπαμε ποτέ να πάρουμε λουκουμά από τον λουκουματζή που περνούσε μπροστά από τα κύματα, με τον δίσκο γεμάτο πάνω στο κεφάλι του. Κάποιες μέρες νοικιάζαμε θαλάσσιο ποδήλατο. Άλλες φορές πηγαίναμε στο θέατρο σκιών για να δούμε τον αγαπημένο μας Καραγκιόζη ή στο θερινό σινεμά, με μια αγκαλιά καλαμπόκι και μαλλί της γριάς. Δεν έλειπαν ούτε οι επισκέψεις στο βιντεοκλάμπ. Εγώ έλεγα στη μαμά μου πως είχα διαλέξει τον Ροζ Πάνθηρα, που λάτρευα από μικρή, αλλά στην πραγματικότητα έπαιρνα ταινίες με τον Στάθη Ψάλτη. Μετά επαναλάμβανα τις ατάκες του, έβριζα και, φυσικά, η τιμωρία μου ήταν… πιπέρι στο στόμα! Τα βράδια έκλειναν στην αυλή, με παγωμένο καρπούζι κομμένο σε μεγάλες φέτες. Νιώθω πολύ τυχερή που έζησα εκείνα τα χρόνια της ανεμελιάς και της ξεγνοιασιάς. Ίσως γι’ αυτό, ακόμη και σήμερα, όταν ακούω τα τζιτζίκια ή μυρίζω αντηλιακό, νιώθω πως για μια στιγμή επιστρέφω σε εκείνα τα καλοκαίρια που είχαν τη μαγεία της παιδικής αθωότητας.
*Η Μαριλένα Ράδου είναι ηθοποιός.

Όταν ονειρεύομαι καλοκαίρια…

Πέτρος Κουμπλής, Κρήτη

Σαν το εξοχικό δεν έχει!-6
(Φωτογραφία: Ραφαήλ Σουλιώτης)

Για δύο ολόκληρα χρόνια ζούμε σ’ ένα εξοχικό. Δύο ολόκληρα χρόνια τα θυμάμαι σαν έναν απέραντο Αύγουστο. Είναι τα καλοκαίρια, απ’ τα οποία αντλώ μέχρι σήμερα λιακάδα όταν μαζεύονται σύννεφα στον νου. Σβήνω τα εννιά κεράκια μου κι αμέσως φεύγουμε για Κρήτη. Ο μπαμπάς παίρνει μετάθεση στα Χανιά. Πακετάρουμε ξανά –είχε προηγηθεί η Καστοριά– και απ’ το λιμάνι της Σούδας ξεκινά η πιο ανέμελη περιπέτεια της ζωής μου. Σπίτι μέσα στα δέντρα, κάθε μέρα έξω για μπάλα, για κρυφτό και μήλα. Παραλία από τον Μάιο έως τον Οκτώβριο, μαθαίνω να κάνω βουτιές, μαθαίνω να κρατάω την αναπνοή μου κάτω από το νερό, μαθαίνω να γράφω κασέτες στο μαγνητόφωνο, να ηχογραφώ τη φωνή μου πριν από τα τραγούδια (κάτι σαν τις πρώτες μου ραδιοφωνικές εκπομπές), μαθαίνω να μη φοβάμαι τα έντομα, μαθαίνω να μη φοβάμαι, μαθαίνω να ερωτεύομαι. Είμαι ένας μικρός πρωτόπλαστος και απολαμβάνω τον πιο απρόσμενο ελεύθερο παράδεισο. Και όλα αυτά με Ποπάυ, Σεραφίνο, Μπλεκ και Βαβούρα, με BMX ποδήλατα, με ματωμένα γόνατα, με αυτοσχέδια σπαθιά, ξεφούσκωτες μπάλες, Τόλμη και γοητεία τα μεσημέρια και Αυτός, αυτή και τα μυστήρια το βράδυ. Και τα Σαββατοκύριακα το σπίτι/εξοχικό γίνεται το οικογενειακό ορμητήριο για αμέτρητα road trips. Ανακαλύπτουμε κάθε χωριό, κάθε κολπίσκο του νησιού, κάθε πιθανό φίλεμα ανθρώπων που μόλις γνωρίσαμε. Κανένας φόβος, καμία δεύτερη σκέψη. Μαθαίνω να τρώω χώμα – και να μου αρέσει. Μαθαίνω να ξεχωρίζω τα δέντρα, να σκαρφαλώνω στο σώμα τους. Να φωνάζω όλες τις κυρίες της γειτονιάς «θεία». Και όταν τελικά επιστρέφουμε στη γειτονιά μου στην Αθήνα, κάποιοι παρατηρούν πως το «κ» σε κάποιες λέξεις μου παραπέμπει στην ντοπιολαλιά της Κρήτης. «Πρόλαβες να γίνεις Κρητικόπουλο;» με ρώτησαν. Δεν απάντησα. Αλλά θα σας το εξομολογηθώ: όταν ονειρεύομαι καλοκαίρια και οι εικόνες του μυαλού μου γίνονται λέξεις, τα «κ» τα προφέρω αλλιώς.
*Ο Πέτρος Κουμπλής είναι δημοσιογράφος.

Η κοντινή μου «φίλη»

Κωνσταντίνα Μιχαήλ, Αίγινα

Σαν το εξοχικό δεν έχει!-7
(Φωτογραφία: Ραφαήλ Σουλιώτης)

Η Αίγινα ήταν το νησί όπου πέρασα τα πιο απλά αλλά και αξέχαστα καλοκαίρια τα τελευταία χρόνια που έπρεπε να συνδυάσω τη δουλειά μου με τις διακοπές. Τόσο κοντά στην Αθήνα, αλλά και τόσο μακριά από τις υποχρεώσεις της και το άγχος της πόλης· είναι η τέλεια απόδραση. Είναι οι φίλοι που έχουν φτιάξει τα εξοχικά σπίτια τους εκεί, που δεν σταματούν τα καλέσματα και τις συναντήσεις. Είναι τα δύο σινεμά –ένα πνιγμένο σε καταπράσινο κήπο κι ένα δίπλα στο ακρογιάλι– που μου έχουν χαρίσει χαρά με ταινίες που δεν έχω καταφέρει να δω. Είναι οι κρυμμένες παραλίες, όπου κουβαλάς φρούτα και νερό γιατί θα τα χρειαστείς όσο μείνεις στα βράχια σαν τη σαύρα να λιαστείς και θα δροσίζεσαι κάθε τόσο με βουτιές από ψηλά. Είναι τα ταβερνάκια όπου θα γευτείς ψάρια και θαλασσινά. Είναι τα ζαχαροπλαστεία με παραδοσιακά γλυκά από το φημισμένο φιστίκι Αιγίνης, αλλά και το αγαπημένο ελαφρώς αλμυρό παγωτό φιστίκι. Είναι ο ναός της Αφαίας, που στέκει υπέροχος ψηλά από τον κόλπο της Αγίας Μαρίνας και μας λούζει με την ιερότητα και την ομορφιά του. Είναι η Πέρδικα με την πρόσβαση στα άλλα μικρά νησιά, όπως η Μονή. Είναι η Παλαιοχώρα με τα εγκαταλελειμμένα μεσαιωνικά μοναστήρια. Είναι το Ανιτσαίο, το χωριό ψηλά εκεί, με την ταβέρνα του Κυνηγού με τους κεφτέδες και τις τηγανητές πατάτες. Είναι τα σπίτια-μουσεία του Μόραλη, του Καπράλου, του Κωνσταντινίδη. Είναι οι καλλιτέχνες και οι εικαστικοί που ομόρφυναν τη γη της Αίγινας, φτιάχνοντας τα σπίτια τους εκεί και αφήνοντας αρχιτεκτονικούς θησαυρούς στο νησί. Είναι οι βόλτες στην παραλία με τα καφέ και το «νυφοπάζαρο» των σκαφών. Είναι ο αέρας της και το νερό της που κάνουν την Αίγινα μια παντοτινή κοντινή «φίλη», που σου χαρίζει απλότητα και ευτυχία.
*Η Κωνσταντίνα Μιχαήλ είναι ηθοποιός.

Μπορούσα να γίνω απέραντη

Άλκηστις Πουλοπούλου, Πάρος

Σαν το εξοχικό δεν έχει!-8
(Φωτογραφία: Αλίνα Λέφα)

Έχοντας μεγαλώσει στη Γαλλία, η έννοια του εξοχικού υπήρξε για μένα μια διαρκής λαχτάρα. Οι φίλοι μου μιλούσαν για το εξοχικό τους, για το μέρος όπου επέστρεφαν κάθε καλοκαίρι. Εγώ δεν είχα ποτέ ένα τέτοιο μέρος να αποκαλώ δικό μου και μου έλειπε αυτή η αίσθηση της επιστροφής. Κάθε δύο χρόνια όμως πηγαίναμε στην Πάρο, τον τόπο όπου γεννήθηκε η γιαγιά μου. Το σπίτι δεν ήταν δικό μας· ήταν της αδελφής της, της θείας Άννας. Και όμως, για μένα ήταν ο τόπος που μας περίμενε, η μικρή σταθερά μέσα σε μια παιδική ηλικία γεμάτη ταξίδια και ανακαλύψεις. Ίσως γι’ αυτό σήμερα, καθώς φτιάχνω το δικό μου εξοχικό, νιώθω πως δίνω μορφή σε μια επιθυμία που γεννήθηκε τότε. Οι πιο ζωντανές αναμνήσεις μου έχουν όλες το ίδιο σκηνικό: εκείνο το σπίτι της θείας Άννας, με θέα στο Αιγαίο. Οι μέρες ξεκινούσαν με ατελείωτες ώρες στη θάλασσα, παιχνίδια στην παραλία και βουτιές μέχρι να μη θέλουμε να βγούμε από το νερό. Ύστερα ερχόταν το μεσημεριανό τραπέζι, το πιο λαχταριστό μέρος της ημέρας: το παστίτσιο, ο μουσακάς, το κοτόπουλο με τις μπάμιες. Γεύσεις που μου είχαν λείψει όλο τον χειμώνα και που περίμενα κάθε φορά με ανυπομονησία να ξαναγευτώ. Και καθώς η μέρα έγερνε, μαζευόμασταν όλοι μαζί για να απολαύσουμε το ηλιοβασίλεμα, τρώγοντας καρπούζι. (Το αγαπημένο μου φρούτο μέχρι σήμερα.) Τις ζεστές νύχτες, όταν η υψηλή θερμοκρασία δεν μας άφηνε να κοιμηθούμε μέσα, η θεία Άννα μάς έστρωνε στην ταράτσα. Κοιμόμασταν κάτω από τα αστέρια και εκείνες οι νύχτες ήταν μαγικές. Ως παιδί ένιωθα πως ο ουρανός δεν είχε τέλος. Και όσο τον κοιτούσα, τόσο μεγάλωνε μέσα μου η αίσθηση πως κι εγώ μπορούσα να γίνω απέραντη. Ίσως αυτό να είναι τελικά ένα εξοχικό για μένα: όχι μόνο ένα σπίτι, αλλά ένας τόπος όπου νιώθεις πως ανήκεις. Ένας τόπος που, κάθε φορά που επιστρέφεις, σου θυμίζει λίγο περισσότερο ποιος είσαι.
*Η Άλκηστις Πουλοπούλου είναι ηθοποιός.

Σαν το εξοχικό δεν έχει!-9
(Φωτογραφία: Θάλεια Γαλανοπούλου)