Φόρτωση Text-to-Speech…
«Το να ταξιδεύεις σημαίνει να μεταφράζεις· να μεταφράζεις στο βλέμμα, στη σκέψη και στην ψυχή του αναγνώστη τους τόπους, τα χρώματα, τις εντυπώσεις και τα συναισθήματα που η φύση ή τα ανθρώπινα δημιουργήματα γεννούν στον ταξιδιώτη», έγραψε κάποτε ο Αλφόνς ντε Λαμαρτίν. Η Ελλάδα, τους τελευταίους αιώνες, έχει δώσει σε εκατοντάδες συγγραφείς από όλο τον κόσμο την ευκαιρία μιας τέτοιας «μετάφρασης». Από τους πρώτους που άνοιξαν τον δρόμο ήταν ο Γάλλος Φρανσουά-Ρενέ ντε Σατομπριάν. Επισκέφθηκε τη χώρα μας τον Αύγουστο του 1806, κατά τη διάρκεια του μεγάλου ταξιδιού του προς την Ιερουσαλήμ. Κατέγραψε τις εντυπώσεις του από τη Σπάρτη, το Αργος, την Κόρινθο και την Αθήνα – μια μικρή, φτωχή και υπό οθωμανική κυριαρχία κωμόπολη, τα αρχαία μνημεία βαριά λαβωμένα από τον χρόνο και τους πολέμους. Ακολούθησε, το 1851, ο Γκιστάβ Φλομπέρ. Στις σημειώσεις του από το ταξίδι του αποτυπώνεται η γοητεία που άσκησε πάνω του η άγρια ομορφιά τόπων όπως οι Δελφοί: το βουνό, οι απόκρημνοι βράχοι του Παρνασσού, η θέα προς την κοιλάδα και τη θάλασσα, αλλά και τα ερείπια του σημαντικότερου μαντείου του αρχαίου ελληνικού κόσμου.
Μου φαίνεται αναπόφευκτο, αλλά και βαθιά ανθρώπινο, να αναζητεί κανείς την Ελλάδα των ονείρων του. Αυτό όμως δεν τον εμποδίζει να εκτιμήσει και την πραγματική Ελλάδα.
Το 1852, ο Θεόφιλος Γκοτιέ εντυπωσιάστηκε από την «άχρονη ομορφιά» της Ακρόπολης. Περίπου μία δεκαετία μετά, το ίδιο βίωσε ο Μαρκ Τουέιν, από τις εμβληματικές φυσιογνωμίες της αμερικανικής λογοτεχνίας. Οταν το πλοίο του, το «Quaker City», αγκυροβόλησε αρόδο στον Πειραιά και όλοι οι επιβάτες και το πλήρωμα τέθηκαν σε καραντίνα λόγω φόβου χολέρας, εκείνος, αρνούμενος να χάσει την ευκαιρία, μαζί με κάποιους συνταξιδιώτες του βγήκε κρυφά τη νύχτα και περπάτησε μέχρι την Ακρόπολη την οποία αντίκρισε με δέος. Περιέγραψε τον Παρθενώνα και τις κολόνες του ως «μια σπασμένη άρπα κρεμασμένη πάνω από έναν μαργαριταρένιο ορίζοντα». Τον επόμενο αιώνα, το 1906, η Βιρτζίνια Γουλφ μαγεύτηκε από την Αρχαία Ολυμπία. Ενώ στα χρόνια του Μεσοπολέμου, η Μαργκερίτ Γιουρσενάρ έφτασε στην Ελλάδα για να διερευνήσει τη σχέση της με την ένδοξη ιστορία της –από την κλασική αρχαιότητα μέχρι το Βυζάντιο– και έκπληκτη συνειδητοποίησε πόσο πολλοί και ισχυροί ήταν οι δεσμοί που υπάρχουν ανάμεσα στο παρελθόν και στο παρόν.
Ολοι αυτοί οι συγγραφείς και δεκάδες άλλοι, σχεδόν πενήντα συνολικά –από τον Ρολάν Μπαρτ, τον Λόρενς Ντάρελ και τον Βίκτορ Ουγκό μέχρι τον Χένρι Μίλερ, τον Ζαν Κοκτό και τον Πάτρικ Λη Φέρμορ–, «συναντώνται» στις σελίδες ενός ιδιαίτερου βιβλίου, με τίτλο «Επισκεφτείτε την Ελλάδα με…» (Visitez la Grece avec…) που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τον παρισινό εκδοτικό οίκο La Table Ronde. Συνδυάζει ταξιδιωτικές αφηγήσεις, προσωπικά ημερολόγια, αποσπάσματα μυθιστορημάτων, αλληλογραφίες και ποιήματα. Ισχυρή είναι και η ελληνική παρουσία στην έκδοση, με τους Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, Κωνσταντίνο Καβάφη, Γιάννη Ρίτσο, Γιώργο Σεφέρη, Νίκο Καζαντζάκη, Μ. Καραγάτση, Μέλπω Αξιώτη, Βασίλη Βασιλικό, Πέτρο Μάρκαρη, μεταξύ άλλων. Πρόκειται για ένα συναρπαστικό «πορτρέτο» της χώρας μας, μέσα από κείμενα σπουδαίων λογοτεχνών. Για την ίδια την εκδότρια, Αλίς Ντεόν, ήταν ο δικός της τρόπος προκειμένου να εκφράσει την αγάπη της για την Ελλάδα. Κόρη του πολυβραβευμένου Γάλλου συγγραφέα, ακαδημαϊκού και ένθερμου φιλέλληνα Μισέλ Ντεόν (1919-2016), κείμενα του οποίου υπάρχουν σε αυτή την ανθολογία, έζησε τα πρώτα έξι χρόνια της ζωής της, τη δεκαετία του 1960, στις Σπέτσες, όπου ο πατέρας της είχε ξεκινήσει ή ολοκληρώσει τουλάχιστον δώδεκα βιβλία του. Με τις παιδικές αναμνήσεις της από το νησί του Αργοσαρωνικού έντονες και ανεξίτηλες, περνάει τα περισσότερα ενήλικα καλοκαίρια της σε κάποιο ελληνικό νησί. Φέτος επέλεξε την Ιθάκη. «Είναι μια ευκαιρία να ξαναδιαβάσω την “Οδύσσεια”. Δεν επιλέξαμε αποσπάσματά της για το βιβλίο μας, όμως είμαι βέβαιη ότι όλοι οι συγγραφείς που περιλαμβάνονται σε αυτό την είχαν στο μυαλό τους όταν αποβιβάζονταν στην Ελλάδα», λέει στην «Κ».
Το ερώτημα
Πώς γεννήθηκε η ιδέα να συγκεντρωθούν στο ίδιο βιβλίο τόσο διαφορετικές φωνές; «Κάθε φορά που φεύγουμε για διακοπές, είτε στην Ελλάδα είτε αλλού, τίθεται πάντα το ίδιο ερώτημα: Ποιο θα ήταν το ιδανικό ανάγνωσμα; Και είτε δεν έχουμε κάποια καλή ιδέα είτε έχουμε υπερβολικά πολλές για να χωρέσουν στις βαλίτσες μας. Αυτή η ανθολογία, λοιπόν, είναι ένας τρόπος για να “συλλέξει” κανείς εικόνες, συναισθήματα και εμπειρίες από διαφορετικούς συγγραφείς, χωρίς να κινδυνεύει να πληρώσει υπέρβαρο στις αποσκευές του!»
Η Ελλάδα έχει περιγραφεί από πολλές γενιές περιηγητών/συγγραφέων. Αρκετοί την αντιμετώπισαν ως «σκηνικό», άλλοι την είδαν ως αισθητική αποκάλυψη, κάποιοι επικεντρώθηκαν στη σύγκρουση του αρχαίου μεγαλείου και της νεότερης πραγματικότητας. Υπήρξαν και μερικοί στους οποίους λειτούργησε σαν καθρέφτης μέσα στον οποίο αναμετρήθηκαν όχι μόνο με τον χρόνο και την Ιστορία, αλλά και με τον ίδιο τους τον εαυτό. Τι ευελπιστεί να πει στον σημερινό αναγνώστη αυτό το βιβλίο; «Οτι η έκπληξη της ανακάλυψης της Ελλάδας και ο θαυμασμός που προκαλεί παραμένουν πάντα τα ίδια. Φυσικά, μπορεί κάποιος και να απογοητευθεί, ειδικά αν την επισκεφθεί έχοντας προκατασκευασμένες ιδέες στο μυαλό του. Ωστόσο, αν είναι περίεργος και “ανοιχτός”, όσο υπήρξαν οι προηγούμενες γενιές, πιστεύω ότι αυτό το ταξίδι εξακολουθεί να αποτελεί πηγή τεράστιας χαράς», τονίζει η Αλίς Ντεόν. Είναι αυτό που τόσο εύστοχα διατύπωσε ο πατέρας της και η ίδια περιέλαβε στον πρόλογό της: «Η Ελλάδα δεν είναι τόπος, είναι τρόπος ζωής»…

Ποια Ελλάδα, όμως, πρωταγωνιστεί στα περισσότερα λογοτεχνικά κείμενα; Η πραγματική ή η φανταστική, η εξιδανικευμένη; «Μου φαίνεται αναπόφευκτο, αλλά και βαθιά ανθρώπινο, να αναζητεί κανείς την Ελλάδα των ονείρων του», απαντά η Γαλλίδα εκδότρια. «Αυτό όμως σε καμία περίπτωση δεν τον εμποδίζει να εκτιμήσει την πραγματική Ελλάδα. Ας πάρουμε το παράδειγμα του Ζακ Λακαριέρ. Ξεκίνησε το ταξίδι του έχοντας ένα πολύ μεγάλο “κλασικό φορτίο”, μια βαθιά γνώση της ελληνικής παιδείας. Ομως έφτασε με ένα σακίδιο στην πλάτη, περπάτησε, άκουσε πολλούς και διαφορετικούς ανθρώπους, ήπιε και έφαγε μαζί τους, άκουσε τη μουσική τους – αφέθηκε. Ετσι, γράφει για μια Ελλάδα που δεν έχει τίποτε φανταστικό ή εξιδανικευμένο».
Και αν η ίδια έπρεπε να επιλέξει ένα μόνο κείμενο από την ανθολογία για να εκφράσει τη δική της σχέση με τη χώρα, ποιο θα ήταν και γιατί; «Δύσκολο να πω… Υπάρχουν, βέβαια, τα κείμενα του πατέρα μου, ο οποίος αφηγείται καταστάσεις τις οποίες έχω κι εγώ βιώσει. Από την άλλη, υπάρχουν τα έργα του Τζέραλντ Ντάρελ, ιδιαίτερα το “Η οικογένειά μου και τ’ άλλα ζώα”, το οποίο διάβαζα ξανά και ξανά κάθε καλοκαίρι· μου έμαθε να παρατηρώ ακόμη πιο προσεκτικά οτιδήποτε σχετίζεται με τον κόσμο των ζώων, με εκείνο το χαρακτηριστικό αγγλικό χιούμορ του που αγαπώ ιδιαίτερα. Τέλος, στο “Επισκεφτείτε την Ελλάδα με…” θα βρείτε και ένα θαυμάσιο κείμενο του Πάτρικ Λη Φέρμορ –το ανακάλυψα καθώς επιμελούμουν την ανθολογία–, το οποίο απαριθμεί όλους τους “ήχους” της Ελλάδας. Το εντάξαμε στην ενότητα “Μουσική”: “Οι ελαιώνες της Αμφισσας, οι πεδιάδες με τα σιτηρά και τα αμπέλια, είναι νότες από τον αυλό του Πάνα. Η Πίνδος είναι ο ήχος από τα κουδούνια των κατσικιών και το τραγούδι ενός μοναχικού βοσκού. Η Θράκη είναι χτύπος τυμπάνου. Η Αθήνα είναι άσμα από αρχαίους κίονες και τραγούδι από μουσικό θέατρο, το κροτάλισμα ενός τραμ και ενός κομπρεσέρ, μια κουβέντα για τα πολιτικά, ο παιάνας του Παναθηναϊκού ύμνου και το χουγιαχτό μιας γλαύκας”».