Φόρτωση Text-to-Speech…
Ο Ρόναλντ Κούμαν ήταν η κολόνα πάνω στην οποία έχτισε ο Γιόχαν Κρόιφ την «Dream Team» της Μπαρτσελόνα στις αρχές της δεκαετίας του ’90. Κεντρικός αμυντικός που έπαιζε περισσότερο με το μυαλό παρά με την (περιορισμένη) ταχύτητά του, είχε στο ρεπερτόριό του μακρινές μπαλιές ακριβείας με το δεξί του πόδι, το οποίο εξαπέλυε «κεραυνούς».
Με έναν από αυτούς, τον Μάιο του 1992, χάρισε στην Μπάρτσα το πρώτο Κύπελλο Πρωταθλητριών / Champions League της ιστορίας της και, έκτοτε, έμεινε στην καρδιά και τη θύμηση των φιλάθλων της ως «ο ήρωας του Γουέμπλεϊ».
Για τον λόγο αυτό, όταν τον Οκτώβριο του 2021 ο πρόεδρος Τζουάν Λαπόρτα αποφάσισε να τον απαλλάξει από τα προπονητικά του καθήκοντα, το έκανε με βαριά καρδιά. Ο Τεν Τεν, ο οποίος είχε αναλάβει την ομάδα εν μέσω της πανδημίας του κορωνοϊού και μετά τον ταπεινωτικό διασυρμό από την Μπάγερν Μονάχου στο Champions League (8-2), τη σουλούπωσε και την οδήγησε στην κατάκτηση του Κυπέλλου.
Σε πρωτάθλημα και Ευρώπη, όμως, οι Μπλαουγκράνα παρέπαιαν, ο Κούμαν έγινε ο πρώτος προπονητής της Μπαρτσελόνα από το 1936 (!) με τρία διαδοχικά χαμένα «Clasico» κόντρα στη Ρεάλ Μαδρίτης και το κλίμα δεν τον σήκωνε άλλο.
Ο Τσάβι, ο οποίος τον διαδέχθηκε ύστερα από εισήγηση του τότε αθλητικού διευθυντή Τζόρντι Κρόιφ, έβγαλε ξανά στον αφρό μια Μπαρτσελόνα που επέβαλε την κυριαρχία της μέσα από την κατοχή της μπάλας και την καλή κυκλοφορία της, προσαρμοσμένη όμως στη σύγχρονη εποχή. Πόνταρε σε πιτσιρικάδες που πλέον είναι πρωταγωνιστές και παγκόσμιοι πρωταθλητές (Πάου Κουμπαρσί και Λαμίν Γιαμάλ), κατέκτησε πρωτάθλημα και Σούπερ Καπ και επανάφερε τη χαμένη αγωνιστική ταυτότητα.
Πέντε χρόνια μετά από εκείνη τη διαδοχή, ο Τσάβι αναλαμβάνει και πάλι μια θέση που άφησε κενή ο Κούμαν. Παρότι «παιδί» του Κρόιφ και εκλεκτό μέλος της μοναδικής Ολλανδίας με στέμμα (το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του 1988), ο Ρόναλντ πλήρωσε την υπέρ το δέον τη συντηρητική τακτική του.
Και μετά τον πρόωρο αποκλεισμό των Οράνιε στο Παγκόσμιο Κύπελλο (στους «32» από το Μαρόκο στα πέναλτι) παραιτήθηκε και αποχώρησε δεύτερη φορά από το πόστο του ομοσπονδιακού προπονητή.
Ο Νάιτζελ Ντε Γιονγκ, αθλητικός διευθυντής της ομοσπονδίας, προσγειώθηκε πριν από λίγες ημέρες στην Μαρμπέγια της Ισπανίας, όπου παραθέριζε ο Τσάβι, με στόχο να πέσουν οι υπογραφές, μετά από διαπραγματεύσεις που κράτησαν τρεις εβδομάδες.
Ο άλλοτε δυναμικός μέσος που έπρεπε να είχε αποβληθεί στον τελικό του Μουντιάλ του 2010 για την καρατιά στο στέρνο του Τσάμπι Αλόνσοθεωρεί ότι ο 46χρονος Καταλανός άλλοτε χαρισματικός μέσος, ο οποίος τον είχε πικράνει εκείνο το βράδυ του Ιουλίου στο Γιοχάνεσμπουργκ, είναι ο κατάλληλος άνθρωπος στην κατάλληλη θέση.
Στα σχεδόν δύο χρόνια χωρίς ομάδα, μετά την τραυματική αποχώρησή του από την Μπαρτσελόνα, ο Τσάβι είχε θέσει ως προτεραιότητα να αναλάβει μια εθνική ομάδα, αφού επιθυμεί να μένει μόνιμα στη Βαρκελώνη, για το πιο ομαλό μεγάλωμα των δύο παιδιών του, την Ασια (δέκα ετών) και τον Νταν (οκτώ), που έχει με τη σύζυγό του, Νούρια.
Την πόρτα του, πάντως, χτύπησαν πολλές ομάδες όπως ο Αγιαξ (ήταν η πρώτη χρονικά), η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, η Τσέλσι, η Τότεναμ, η Νιουκάστλ, η Γουέστ Χαμ, η Νότιγχαμ Φόρεστ, η Μπορούσια Ντόρτμουντ, η Μπάγερ Λεβερκούζεν, η Λειψία, η Μπενφίκα και η Πόρτο.
Ομάδες από το Μεξικό και από τον περσικό κόλπο, όπου είχε εργαστεί ήδη για λογαριασμό της Αλ Σαντ, ήταν επίσης μεταξύ αυτών που τον προσέγγισαν, ενώ συζήτησε με το Μαρόκο για να αναλάβει την εθνική ομάδα τον περασμένο Φεβρουάριο, μετά την παραίτηση του Ουαλίντ Ρεγκραγκί. Εντέλει δεν το τόλμησε, αφού θεωρούσε ότι δεν είχε αρκετό χρόνο μπροστά του για να ετοιμάσει όπως θα ήθελε την ομάδα για το Μουντιάλ.
Η μοίρα, εντέλει, θέλησε να κάνει πρεμιέρα ως ομοσπονδιακός στην ομάδα απέναντι στην οποία έκανε ντεμπούτο ως διεθνής, έκλεισε την καριέρα του με τους Φούριας Ρόχας και, βεβαίως, έζησε τη μεγαλύτερή του στιγμή, πριν από 16 χρόνια.
«Είμαι γιος του ολλανδικού ποδοσφαίρου» ήταν η ξεχωριστή, προγραμματική δήλωση του πρώτου ξένου ομοσπονδιακού εδώ και 48 χρόνια, από την εποχή του θρυλικού Αυστριακού Ερνστ Χάπελ το 1978, όταν δηλαδή δεν είχε γεννηθεί ακόμα ο Τσάβι.
«Για έναν άνθρωπο που μεγάλωσε στο φυτώριο της Μπαρτσελόνα, με μια μεγάλη επιρροή, μεταξύ άλλων, του Γιόχαν Κρόιφ και του Ρίνους Μίχελς, νιώθω μια ξεχωριστή σύνδεση με το ολλανδικό ποδόσφαιρο», πρόσθεσε ο Καταλανός, ο οποίος χαρακτηρίζει τον εαυτό του «ρομαντικό του ποδοσφαίρου όπως ο Κρόιφ, αφού μας αρέσει το ελκυστικό, επιθετικό και ωραίο στο μάτι ποδόσφαιρο. Οταν παίζεις έτσι, είναι ακόμα πιο απολαυστικό να νικάς».
Υπέγραψε συμβόλαιο έως το 2030 με ετήσιες αποδοχές που θα αγγίζουν τα οκτώ εκατομμύρια ευρώ «μεικτά» για τον ίδιο και το τεχνικό του τιμ, θα κληθεί να παρουσιάσει μια ανταγωνιστική Ολλανδία σε Euro 2028 και Παγκόσμιο Κύπελλο επί (μεταξύ άλλων) ισπανικού εδάφους, αλλά θα εκκινήσει τη σταδιοδρομία του στο Nations League.
Στο ντεμπούτο του, μάλιστα, στις 24 Σεπτεμβρίου, θα υποδεχθεί στη «Γιόχαν Κρόιφ Αρένα» του Αμστερνταμ τη Γερμανία του Γιούργκεν Κλοπ (σε έναν όμιλο όπου θα αντιμετωπίσει και την εθνική μας ομάδα), θέλοντας με το «καλημέρα» να παρουσιάσει μια ομάδα που θα ξεδιπλώνει το δεδομένο ταλέντο της και θα προσπαθεί να επιβάλλεται μέσω της κυριαρχίας της και όχι με… κλεφτοπόλεμο, όπως επί της ουσίας έκανε ο Κούμαν.
Η αλήθεια είναι ότι η ολλανδική ομοσπονδία επιχείρησε να καλύψει το κενό του προηγούμενου προπονητή με ντόπιο, αλλά συνάντησε την άρνηση των Πέτερ Μπος, Αρνε Σλοτ και Ερικ Τεν Χαγκ, ενώ δεν αποτόλμησε να δώσει ξανά τα ηνία στον Λουίς φαν Χάαλ, παρότι ο βετεράνος προπονητής, ευτυχώς, βγήκε νικητής από τη μάχη του με τον καρκίνο.
Και εντέλει εκλεκτός ήταν ο Τσάβι, τον οποίο προώθησε στην πρώτη ομάδα της Μπαρτσελόνα ο Φαν Χάαλ, καθιερώθηκε με τον Φρανκ Ράικαρντ και έπαιξε το καλύτερό του ποδόσφαιρο επί εποχής Πεπ Γκουαρδιόλα, του πιο πιστού και χαρισματικού «απόστολου» του Κρόιφ.
Η πρώτη ύλη, δηλαδή, υπάρχει στο μυαλό και στην ψυχή του Καταλανού, ο οποίος καλείται πλέον να τη βγάλει στον αγωνιστικό χώρο, ώστε η Ολλανδία να γίνει ξανά φουλ ανταγωνιστική. Και, κυρίως, να το κάνει αυτό με την πραγματική αγωνιστική της ταυτότητα.