Περισσότερα χρόνια ζωής, περισσότερα χρόνια εργασίας

Η συζήτηση για τα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης επανέρχεται στο προσκήνιο, όχι επειδή υπάρχει σήμερα πολιτική απόφαση για νέα αύξηση, αλλά επειδή οι δημογραφικές εξελίξεις καθιστούν σχεδόν αναπόφευκτη μια νέα προσαρμογή τα αμέσως επόμενα χρόνια. Το ελληνικό ασφαλιστικόλειτουργεί ήδη με μηχανισμό επανεξέτασης των ορίων ηλικίας ανά τριετία, με βασικό δείκτη το προσδόκιμο ζωής. Και μπορεί για το 2027 το υπουργείο Εργασίαςκαι η κυβέρνηση εν γένει να απορρίπτει κάθε συζήτηση, όμως το θέμα θα επανέλθει στο τραπέζι, με την αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης να φαντάζει αναπόφευκτη για το –όχι και τόσο μακρινό– 2030.

Η συζήτηση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα μετά τη δημοσίευση της νέας έκθεσης του ΟΟΣΑ για τη «μακροζωία» (Longevity Readiness), η οποία καταλήγει σε ένα σαφές συμπέρασμα: οι κοινωνίες που βελτιώνουν τις συνθήκες ζωής, την ιατρική περίθαλψη και την πρόληψη θα βλέπουν το προσδόκιμο ζωής να αυξάνεται σταθερά, γεγονός που θα επιβάλλει προσαρμογές τόσο στην αγορά εργασίας όσο και στα συνταξιοδοτικά συστήματα. Με άλλα λόγια, η μεγαλύτερη διάρκεια ζωής αποτελεί επιτυχία των σύγχρονων κοινωνιών, αλλά ταυτόχρονα δημιουργεί μια νέα οικονομική πραγματικότητα που δεν μπορεί να αγνοηθεί.

Η Ελλάδα βρίσκεται ήδη σε αυτήν τη μετάβαση. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία του ΟΟΣΑ, το προσδόκιμο ζωής στη χώρα ανήλθε στα 81,8-81,9 έτη, υψηλότερα από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ και ελαφρώς πάνω από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Οι Ελληνίδες αναμένεται να ζήσουν κατά μέσο όρο 84,5 χρόνια και οι άνδρες 79,3 χρόνια, ενώ μετά την ηλικία των 65 ετών πολίτες περνούν πλέον πάνω από δύο δεκαετίες στη συνταξιοδότηση. Παράλληλα, το ποσοστό των πολιτών άνω των 65 ετών αυξήθηκε από 17% το 2000 σε 23% το 2024 και προβλέπεται να εκτοξευθεί στο 34% έως το 2050, ποσοστό που συγκαταλέγεται στα υψηλότερα της Ευρώπης.

Το υψηλότερο προσδόκιμο ζωής και η γήρανση του πληθυσμού ενισχύουν τα σενάρια για αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης.

Ακριβώς αυτή η δημογραφική μεταβολή βρίσκεται πίσω από τη συζήτηση για τα όρια ηλικίας. Σήμερα η πλήρης σύνταξη χορηγείται στα 62 έτη με 40 χρόνια ασφάλιση ή στα 67 με τουλάχιστον 15 έτη. Ωστόσο, όσο αυξάνεται το προσδόκιμο ζωής, τόσο μεγαλώνει και ο χρόνος κατά τον οποίο καταβάλλονται συντάξεις. Την ίδια στιγμή, η υπογεννητικότητα μειώνει τον αριθμό των εργαζομένων που χρηματοδοτούν το σύστημα μέσω εισφορών. Η εξίσωση γίνεται ολοένα και δυσκολότερη: περισσότεροι συνταξιούχοι, λιγότεροι εργαζόμενοι και μεγαλύτερη διάρκεια συνταξιοδότησης.

Δεν είναι τυχαίο ότι αρκετές χώρες του ΟΟΣΑ έχουν ήδη συνδέσει αυτόματα τα όρια ηλικίας με την εξέλιξη του προσδόκιμου ζωής, ώστε οι αλλαγές να πραγματοποιούνται σταδιακά και όχι με απότομες πολιτικές παρεμβάσεις. Η ίδια λογική υπάρχει και στην ελληνική νομοθεσία, η οποία επιτρέπει αναπροσαρμογές όταν μεταβάλλονται οι δημογραφικοί δείκτες. Τα επικρατέστερα σενάρια κάνουν λόγο για σταδιακή αύξηση που σε βάθος χρόνου θα μπορούσε να προσεγγίσει συνολικά το ενάμισι έτος, εφόσον οι προβολές για τη μακροζωία επιβεβαιωθούν.

Η προοπτική αυτή έχει ήδη αρχίσει να επηρεάζει τη συμπεριφορά των ασφαλισμένων. Το επτάμηνο Ιανουαρίου – Ιουλίου του 2026 κατατέθηκαν πάνω από 125.000 νέες αιτήσεις συνταξιοδότησης στον e-ΕΦΚΑ, αριθμός-ρεκόρ για το συγκεκριμένο διάστημα, από την ίδρυση του φορέα. Εάν ο ίδιος ρυθμός συνεχιστεί, οι συνολικές αιτήσεις ενδέχεται να ξεπεράσουν τις 250.000 έως το τέλος του έτους, υπερβαίνοντας ακόμη και το ιστορικό υψηλό των 225.803 αιτήσεων του 2025.

Το κρίσιμο, ωστόσο, είναι ότι η συζήτηση δεν αφορά όσους έχουν ήδη θεμελιώσει συνταξιοδοτικό δικαίωμα, αλλά κυρίως τους σημερινούς εργαζομένους ηλικίας 35 έως 45 ετών, οι οποίοι θα αποχωρήσουν μετά το 2030. Αν οι προβλέψεις του ΟΟΣΑ επιβεβαιωθούν και η Ελλάδα συνεχίσει να βελτιώνει τους δείκτες υγείας και επιβίωσης, η αύξηση του προσδόκιμου ζωής δεν θα αποτελεί μόνο θετική κοινωνική εξέλιξη. Θα μεταφράζεται, σχεδόν αναπόφευκτα, σε μεγαλύτερο εργασιακό βίο, καθώς η οικονομική βιωσιμότητα του ασφαλιστικού θα απαιτεί η αύξηση των ετών ζωής να συνοδεύεται από αντίστοιχη προσαρμογή των ετών εργασίας.