Φόρτωση Text-to-Speech…
Στα τέλη της δεκαετίας του 1950, όταν ο πρωτότοκος γιος του πέρασε στη Σχολή Στρατιωτικής Ιατρικής Θεσσαλονίκης, η χαρά του ήταν απερίγραπτη. Και η ανακούφισή του. Μέχρι να πάρει πτυχίο, ο Γ. θα είχε εξασφαλισμένη διαμονή και σίτιση. Διαφορετικά, ο ίδιος, ένας φτωχός αγρότης με άλλα τέσσερα παιδιά που ονειρεύονταν και αυτά να σπουδάσουν, πώς θα τα έβγαζε πέρα; Με τη μικρή παραγωγή του –λάδι, πατάτες, αμύγδαλα, καρύδια–, για την οποία μοχθούσε καθημερινά, ζούσε την οικογένειά του. Είχαν περάσει πόλεμο, Κατοχή, Εμφύλιο και είχαν καταφέρει να μείνουν όρθιοι.
Υστερα, όμως, ήρθε η είδηση που σκίασε τη χαρά. Τα έξοδα των σπουδών καλύπτονταν, όμως όχι η επίσημη στολή. Αυτήν έπρεπε να την πληρώσει ο Γ. Τα χρήματα ήταν πολλά. Πού θα τα έβρισκε; Κάμποσες νύχτες έμεινε ξάγρυπνος, μέχρι που βρήκε τη λύση. Είχε μια τεράστια καρυδιά. Την καμάρωνε και την ευγνωμονούσε για το μαξούλι που του έδινε. Θα την πουλούσε για ξύλα. Τη μέρα που ήρθε στο χωριό ο ξυλέμπορος, εκείνος δεν πήγε μαζί του στο κτήμα. Δεν άντεχε να τη δει να πέφτει. Τα χρήματα έφτασαν για τη στολή του γιου του και για ένα πενιχρό χαρτζιλίκι. Ομως για χρόνια από τότε, όπως εξομολογήθηκε κάποτε στην εγγονή του, έβλεπε στον ύπνο του εκείνη την καρυδιά. Είχε γυναικεία μορφή και άπλωνε απελπισμένα προς το μέρος του τα χέρια της –τα κλαδιά της– σαν να ζητούσε βοήθεια.
Πόσοι παππούδες θα έχουν άραγε αύριο μια ιστορία για ένα δέντρο να πουν στα εγγόνια τους;
Στα στερνά του πια, είχε φυτέψει μερικές νέες ελιές. Τα καλοκαίρια, δυο φορές την εβδομάδα, φόρτωνε τη γαϊδουρίτσα του με νερό, σήκωνε κι ο ίδιος ένα-δυο μπιτόνια και πήγαινε να τις ποτίσει. «Τα πρώτα πέντε χρόνια θέλουν βοήθεια, μετά θα πάρουν “τα πάνω τους”», έλεγε. Το πέμπτο καλοκαίρι ήρθε η φωτιά. Εκαψε ολόκληρο το νότιο τμήμα του νησιού. Μαζί και τις ελιές του. Τον χειμώνα εκείνης της χρονιάς έκλεισε για πάντα τα μάτια του.
Τις τελευταίες ημέρες, βλέποντας εικόνες από τη βιβλική καταστροφή στην Αττική και στη Βοιωτία, μετά το πέρασμα της φωτιάς, η εγγονή του τον θυμήθηκε ξανά μ’ έναν κόμπο στον λαιμό. Δύο μόλις γενιές πίσω μας, οι άνθρωποι ήξεραν πως η ζωή τους ήταν άρρηκτα δεμένη με τη γη. Τα δέντρα λογίζονταν ως μέλη της οικογένειάς τους, σύμμαχοι στον αγώνα τους για επιβίωση. Σήμερα παρακολουθούμε στις οθόνες μας τα δάση και τις καλλιέργειες που καταπίνουν οι φλόγες και μετράμε απλώς στρέμματα. Πόσοι παππούδες θα έχουν άραγε αύριο μια ιστορία για ένα δέντρο να πουν στα εγγόνια τους;