Απόβαση 24 εκατ. Αμερικανών τουριστών στην Ευρώπη το 2025

Οταν οι γονείς του 70χρονου σήμερα Αλ Λέντσα μετακόμισαν στις ΗΠΑ το 1961, ταξίδεψαν στο εξωτερικό μόλις τρεις φορές στη ζωή τους. Για τη δική τους γενιά ένα υπερατλαντικό ταξίδι αποτελούσε προνόμιο για λίγους, μια απόφαση ζωής. Μισόν αιώνα μετά, ο γιος τους μετράει πάνω από 500 ταξίδια, έχει επισκεφθεί τη Βαρκελώνη τρεις φορές τον τελευταίο χρόνο και δηλώνει ότι διαθέτει περισσότερο χρόνο και περισσότερο χρήμα για τουρισμό.

Οι Αμερικανοί, που κάποτε έβγαιναν σπάνια εκτός συνόρων, έχουν εξελιχθεί σε μια ευρεία τάξη οικονομικά εύρωστων και αεικίνητων διεθνών ταξιδιωτών που έχουν στην κορυφή των επιλογών τους την Ελλάδα, σημειώνει η Wall Street Journal σε άρθρο της με θέμα την «άνοδο του Αμερικανού τουρίστα». Το 2025, η «απόβαση» των Αμερικανών στην Ευρώπη έσπασε κάθε ρεκόρ, με τον αριθμό των ταξιδιών να φτάνει στα 24 εκατομμύρια. Χώρες όπως η Ελλάδα και η Πορτογαλία βρέθηκαν στο επίκεντρο, υποδεχόμενες τετραπλάσιους και πενταπλάσιους Αμερικανούς τουρίστες αντίστοιχα σε σύγκριση με την προηγούμενη δεκαετία, σε μια τάση που κερδίζει διαρκώς έδαφος.

απόβαση-24-εκατ-αμερικανών-τουριστών-564392401

Πίσω από αυτήν τη μετατόπιση βρίσκεται η ισχυρή αμερικανική οικονομία, η οποία διαμόρφωσε μια εύπορη τάξη καταναλωτών που θεωρεί τα ταξίδια ανάγκη και όχι πολυτέλεια. Στην πρώτη γραμμή βρίσκονται οι μεγαλύτεροι σε ηλικία Αμερικανοί, οι οποίοι ελέγχουν πλούτο ύψους 110 τρισ. δολαρίων. Καθώς το προσδόκιμο ζωής αυξάνεται, οι «baby boomers» επενδύουν τα χρόνια της συνταξιοδότησής τους σε αυθεντικές εμπειρίες, χάρη στην ευκολία των διεθνών μετακινήσεων, αλλά και στην έμπνευση που προσφέρουν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Με μεγαλύτερα εισοδήματα και αυξημένο πλούτο, θεωρούν πλέον τα ταξίδια ανάγκη και όχι πολυτέλεια.

Η εικόνα αυτή απέχει πολύ από το παρελθόν. Τον 19ο αιώνα, τα υπερατλαντικά ταξίδια αποτελούσαν αποκλειστικό προνόμιο της αμερικανικής ελίτ, που περνούσε μήνες ταξιδεύοντας στην Ευρώπη για να δει ιστορικούς χώρους, να μάθει γλώσσες και να συλλέξει πίνακες ζωγραφικής. Ακόμη και τις δεκαετίες του ’50 και του ’60, οι μετακινήσεις αποτελούσαν προνόμιο μιας ελίτ που επιβιβαζόταν στα αεροσκάφη της Pan Am και της TWA φορώντας τα καλά της. Ωστόσο, η σταδιακή οικονομική ανάπτυξη, η απελευθέρωση των αερομεταφορών, η λήξη του Ψυχρού Πολέμου και η θέσπιση της ζώνης Σένγκεν έκαναν τις μετακινήσεις προσβάσιμες στο ευρύ κοινό, εξέλιξη που αποτυπώνεται και στους αριθμούς: το 1990 μόλις το 5% των Αμερικανών κατείχε διαβατήριο, ενώ σήμερα το ποσοστό ξεπερνά το 50%, με τις Αρχές των ΗΠΑ να εκδίδουν τον αριθμό-ρεκόρ των 27 εκατομμυρίων διαβατηρίων μόνο το τελευταίο οικονομικό έτος.

Οι Αμερικανοί τουρίστες επίσης ξοδεύουν, λένε οι παράγοντες του τουρισμού. Στην Ισπανία, η ημερήσια δαπάνη τους αγγίζει τα 350 δολάρια, υπερβαίνοντας κατά πολύ τα 200 δολάρια των Γερμανών ή τα 150 των Γάλλων. Παράλληλα, τείνουν να μένουν περισσότερο σε κάθε προορισμό, να αναζητούν αυθεντικές ή εξατομικευμένες εμπειρίες πέρα από τα τετριμμένα και να τροφοδοτούν την αγορά ειδών πολυτελείας, αντιπροσωπεύοντας πλέον το 15% των συνολικών ευρωπαϊκών πωλήσεων του κλάδου. Στην Ελλάδα ειδικότερα, οι Αμερικανοί πέρασαν κατά μέσον όρο εννέα διανυκτερεύσεις το 2025, σε σύγκριση με επτά διανυκτερεύσεις για τους τουρίστες λόγου χάριν από το Ηνωμένο Βασίλειο.

Αυτή η αύξηση των τουριστών, αν και λειτουργεί ως οικονομική ένεση για τις τοπικές οικονομίες, αποτελεί παράλληλα «πονοκέφαλο». Σε πολλές ευρωπαϊκές πόλεις, η ανεξέλεγκτη ροή επισκεπτών έχει επιβαρύνει τις υποδομές και έχει μετατρέψει ολόκληρες γειτονιές σε πεδία βραχυχρόνιων μισθώσεων.

Από τις διαδηλώσεις στη Μαγιόρκα και στη Βαρκελώνη μέχρι τα μέτρα περιορισμού των κρουαζιερόπλοιων και το «πάγωμα» στις άδειες νέων ξενοδοχείων, πολίτες και κυβερνήσεις αναζητούν τη χρυσή ισορροπία: να διατηρήσουν δηλαδή τα πολύτιμα έσοδα από τους εύπορους Αμερικανούς ταξιδιώτες, χωρίς όμως να διαταράξουν ανεπανόρθωτα τον κοι-νωνικό ιστό των πόλεών τους.