Του Πατριάρχη
Η καταδίκη του Μπασάρ αλ Άσαντ σε θάνατο από δικαστήριο της Δαμασκού έχει περισσότερο συμβολική παρά πρακτική αξία. Ο πρώην δικτάτορας της Συρίας βρίσκεται ασφαλής στη Μόσχα, υπό την προστασία του καθεστώτος που τον κράτησε στην εξουσία όταν ο θρόνος του έτριζε και τον φυγάδευσε όταν η παρτίδα χάθηκε.
Η θανατική ποινή, δεν του εξασφαλίζει αυτομάτως άσυλο, όπως συχνά λέγεται. Προσφέρει όμως σε κάθε χώρα που την έχει καταργήσει ένα ισχυρό νομικό επιχείρημα για να αρνηθεί την έκδοσή του, αν δεν λάβει εγγυήσεις ότι δεν θα εκτελεστεί. Στην περίπτωση της Ρωσίας, βεβαίως, αυτά είναι μάλλον νομικές δαντέλες. Ο Πούτιν δεν χρειάζεται πρόσχημα για να προστατεύσει έναν παλιό καλό πελάτη του Κρεμλίνου. Χρειάζεται απλώς να μην απαντά στις αιτήσεις έκδοσης.
Το σημαντικό, όμως, δεν είναι αν ο Άσαντ θα οδηγηθεί κάποτε στην αγχόνη. Η θανατική ποινή αποτελεί και η ίδια μια βάρβαρη κατάληξη, η οποία δεν φέρνει πίσω κανένα θύμα και συχνά μετατρέπει τη δικαιοσύνη σε εκδίκηση. Η ουσία βρίσκεται στις πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκε ερήμην. Ανθρωποκτονίες εκ προμελέτης, βασανιστήρια, αυθαίρετες συλλήψεις και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Μαζί του καταδικάστηκαν ο αδελφός του Μάχερ και ο Άτεφ Νατζίμπ, ο διαβόητος αξιωματούχος ασφαλείας της Ντεράα, από όπου άρχισε το 2011 η αιματηρή καταστολή. Η απόφαση είναι η πρώτη δικαστική καταδίκη του Άσαντ μετά την πτώση του καθεστώτος.
Ο εμφύλιος πόλεμος στη Συρία άφησε περίπου μισό εκατομμύριο νεκρούς. Πόλεις ισοπεδώθηκαν, εκατομμύρια άνθρωποι εκτοπίστηκαν και οι φυλακές του καθεστώτος μετατράπηκαν σε βιομηχανίες βασανισμού και θανάτου. Στη Σαϊντνάγια, σύμφωνα με τη Διεθνή Αμνηστία, χιλιάδες κρατούμενοι απαγχονίστηκαν μυστικά, ενώ άλλοι πέθαναν από βασανιστήρια, πείνα και στέρηση ιατρικής φροντίδας. Αυτά δεν ήταν υπερβολές της δυτικής προπαγάνδας. Ήταν η καθημερινή λειτουργία ενός κράτους που είχε ως βασικό διοικητικό εργαλείο τον τρόμο.
Τίποτε από αυτά δεν θα μπορούσε να συνεχιστεί στην ίδια έκταση χωρίς τη Ρωσία. Η Μόσχα προσέφερε στον Άσαντ στήριξη με στρατιωτική επέμβαση, αεροπορικούς βομβαρδισμούς, πολιτική προστασία και διπλωματική ασυλία. Δεν ήταν απλώς σύμμαχος, ήταν συνέταιρος στη διάσωση ενός εγκληματικού καθεστώτος. Όταν έφτασε η ώρα της φυγής, του πρόσφερε και ασφαλή κατοικία και πλήρες πακέτο εξυπηρέτησης για την οικογένεια του δικτάτορα. Φαντάζομαι και αυτά δεν παραχωρήθηκαν με το αζημίωτο αφού ο Άσαντ πριν φύγει, είχε φροντίσει να κατακλέψει την Συρία.
Θα εμφανιστούν ασφαλώς εκείνοι που θα απαντήσουν με την λογική του συμψηφισμού με τον Αχμέντ αλ Σάρα, τον πρώην Τζολάνι. Κανείς σοβαρός άνθρωπος δεν αγνοεί ότι προέρχεται από τις τάξεις των τζιχαντιστών και είναι ακραίος ισλαμιστής ούτε του απονέμει πιστοποιητικό δημοκρατικών φρονημάτων. Η νέα εξουσία στη Συρία οφείλει να κριθεί αυστηρά για τη συμπεριφορά της απέναντι στις μειονότητες, για τις θρησκευτικές ελευθερίες και για το αν θα επιτρέψει πραγματική πολιτική συμμετοχή. Ωστόσο ο αλ Σάρα επιχειρεί, μέχρι στιγμής, να κινηθεί μέσα σε ένα πλαίσιο διεθνών σχέσεων και στοιχειώδους κρατικής ομαλότητας. Αυτό δεν τον αθωώνει για το παρελθόν του ούτε για το παρόν του με τις διώξεις Χριστιανών από οπαδούς του. Έτσι ακριβώς, το παρελθόν δεν αθωώνει και τον Άσαντ.
Ο συμψηφισμός είναι το τελευταίο καταφύγιο όσων δεν θέλουν να παραδεχθούν ότι έκαναν λάθος. Πολιτικοί, κόμματα, αναλυτές και επαγγελματίες αντιδυτικοί παρουσίαζαν επί χρόνια τον Άσαντ ως εγγυητή της σταθερότητας και τη Ρωσία ως δύναμη ειρήνης. Η «σταθερότητά» τους μετρήθηκε σε τάφους και η «ειρήνη» τους σε ερείπια.
Ο Άσαντ καταδικάστηκε. Το ενδιαφέρον τώρα είναι πόσοι από τους παλιούς θαυμαστές του θα βρουν το θάρρος να καταδικάσουν και τη δική τους τύφλωση. Δεν θα στοιχημάτιζα ότι είναι πολλοί. Οι ιδεολογικές παρωπίδες και αγκυλώσεις, σε αντίθεση με τους ανθρώπους, επιβιώνουν ακόμη και των σφαγών.