Φόρτωση Text-to-Speech…
ΕΛΕΝΗ ΤΑΣΟΠΟΥΛΟΥ
Ο κολυμβητής
εικονογράφηση: Απoστόλης Ιωάννου
εκδ. Καστανιώτη
σελ. 96
Aνοιξα το βιβλιαράκι με καχυποψία. Σκέφτηκα «άλλη μια βαρετή ιστορία-που-δεν-θα-είναι-ιστορία» για παιδιά, γραμμένη από ελληνική πένα. Οσο όμως και αν επιχειρεί κανείς να έχει εποπτεία του χώρου, πάντα υπάρχει ύλη που ξεφεύγει, όπως, εν προκειμένω, τα βιβλία της Ελένης Τασοπούλου. Με αφορμή τον υπό συζήτηση «Κολυμβητή», έσπευσα να καλύψω τα κενά μου διαβάζοντας δύο ακόμη, παλαιότερα, βιβλία της: το (βραβευμένο) «Λουζεράκι» (2019) και το «Αυτό που κρύβεται στα δέντρα» (2023).
Βεβαιώθηκα ότι δεν ήταν συμπτωματική η θετική εντύπωση που αποκόμισα από τον «Κολυμβητή». Συνέλαβα τον εαυτό μου να βιάζεται να διεκπεραιώσει τα τρέχοντα για να χωθεί στην αφήγηση. Είτε επρόκειτο για τον Διομήδη, τον παχουλό, μετρίων επιδόσεων σε όλα, πλην των ηλεκτρονικών παιχνιδιών, πρωταγωνιστή του «Κολυμβητή», που μαλλιοτραβιέται με τον μεγάλο του ανταγωνιστή, τον δίδυμο αδελφό του Νίκο –αυτός σκοράρει εντυπωσιακά νούμερα στα μαθήματα και στον αθλητισμό–, είτε για τα έφηβα κορίτσια που πρωταγωνιστούν στα άλλα βιβλία, οι χαρακτήρες πλάθονται με στέρεα υλικά. Δεν είναι βιαστικό προκάτ. Τους αναγνωρίζουμε στα παιδιά γύρω μας, τα άλλοτε ενοχλητικά ηχηρά και άλλοτε ανησυχητικά αθέατα. Ο Διομήδης βαριέται θανάσιμα τα τυπικά καθήκοντα, αλλά διακρίνεται για τη συναισθηματική νοημοσύνη του, την ικανότητά του να συνδέεται με άλλα παιδιά, να συμπαραστέκεται, να δίνει, να παίρνει.
Αν και όχι τόσο κραυγαλέα όσο η πρωταγωνίστρια στο «Λουζεράκι», ένας «λούζερ» είναι και τούτος εδώ, ιδίως αν συγκριθεί, όπως είπαμε, με τον «σούπερ» δίδυμο αδελφό. Τα αγόρια βρίσκονται στην πέμπτη τάξη του δημοτικού, θα μπορούσαν ωστόσο να είναι εξίσου πρωτάκια του γυμνασίου. Οι δίδυμοι μαλώνουν, παίζουν ξύλο, αντιπαθιούνται ολοφάνερα και, ταυτόχρονα, αγαπιούνται και αλληλοϋποστηρίζονται όταν τα πράγματα στ’ αλήθεια σοβαρεύουν.

Την ιστορία την παρακολουθούμε υπό την οπτική γωνία του Διομήδη, που είναι ο αφηγητής. Ο θυμός και η ματαίωση που νιώθει δεν παίρνουν ποτέ τραγικές διαστάσεις, γιατί η Τασοπούλου διαθέτει αρκετό χιούμορ για να μεταβολίσει το δράμα, τη στενοχώρια και το άγχος σε μιαν ιστορία που τρέχει και θέλεις απλώς να δεις τι γίνεται παρακάτω. Ο αυτοσαρκασμός του πρωταγωνιστή είναι εδώ, ταυτόχρονα, αυτοσαρκασμός της φωνής που αφηγείται την ιστορία. Οι ενήλικοι με τους οποίους τα παιδιά ταυτίζονται, ιδίως η μητέρα, συμμετέχουν από την πρώτη στιγμή στη σκανταλιάρικη διάθεση, λίγο κρυφά και λίγο σαν να κλέβουν τον εαυτό τους, χωρίς δηλαδή ποτέ να απαρνιούνται επίσημα τον φροντιστικό αλλά και αυστηρό και περιοριστικό ρόλο τους.
Τα δύο πρόσωπα, όμως, που με τις έντονες χημικές αντιδράσεις τους πυροδοτούν προπάντων την εξέλιξη του μύθου είναι δευτεραγωνιστές: η Aμπυ, η μικρή αδελφή του καινουργιοφερμένου Μένιου, και ο τυπικός «κακός», ο Μπάμπης. Η Aμπυ είναι «ένας κόκκινος θάμνος». Αξίζει να παραθέσουμε την περιγραφή της πρώτης γνωριμίας της με τον πρωταγωνιστή: «…δεν ήταν θάμνος αλλά μια μικρή κοπέλα, κοντή και μικροσκοπική, κρυμμένη κάτω από μακριά, φουντωτά και σγουρά μαλλιά – και κόκκινα, ποτέ δεν είχα ξαναδεί τόσο κόκκινα μαλλιά». Η Aμπυ είναι η θετική δευτεραγωνίστρια, που θυμίζει λίγο τη Λίνα, τη δεκάχρονη αδελφή του Αλέξη στον «Θησαυρό της Βαγίας» και στο «Ψέμα», και λίγο την Τζίνι Ουέσλι, τη μικρή αδελφή του Ρον στο «Χάρι Πότερ». Και πολύ σωστά τις θυμίζει.
Θέλουμε να είναι αναγνωρίσιμα τα υλικά, θέλουμε τη σκυταλοδρομία μέσα στην παγκόσμια λογοτεχνία για παιδιά και εφήβους. Θέλουμε, επίσης, τον πρώιμο ερωτισμό, τον θυμό, την αμηχανία: οι ιστορίες για παιδιά δεν (πρέπει να) είναι «παιδιάστικες», και η Τασοπούλου μοιάζει να εμφορείται από αυτή την πεποίθηση. Ο Μπάμπης, πάλι, είναι «ο ζόρικος, ο βασιλιάς των ψευτονταήδων, αυτός που μας ρίχνει δυο κεφάλια, έχει μπράτσα σαν κουπιά ψαρόβαρκας».
Τα τέσσερα στοιχεία
Ας συνοψίσουμε τα τέσσερα στοιχεία της επιτυχημένης συνταγής: μια ιστορία αληθοφανής, με ταχύτητα και ανατροπές· ζωντανοί χαρακτήρες με αισθήματα και παθήματα· γλώσσα που εμπιστεύεται τον πλούτο της και δεν καταφεύγει σε ευκολίες· χιούμορ και αυτοσαρκασμός. Τίποτε το απλοϊκό και το βεβιασμένα παιδιάστικο. Η σχέση που συνάπτει ο Διομήδης με την κολύμβηση γίνεται το νήμα που τον οδηγεί –αντισυμβατικά– σε μια μορφή δόξας, αφού με την εφευρετικότητα και με την ανοιχτή καρδιά ξεπερνάει τα εμπόδια. Ισως μονάχα η σκηνή συμπαράστασης στον Μένιο μέσα στην πισίνα θα άξιζε να ξεδιπλωθεί με μεγαλύτερη άνεση και διάρκεια.