Ουραγοί στην ενεργειακή αναβάθμιση

Φόρτωση Text-to-Speech…

Πενιχρές κρίνονται οι επιδόσεις της Ελλάδας στο «μέτωπο» της ενεργειακής αναβάθμισης κτιρίων, παρότι από το 2019 και μέχρι και το «Εξοικονομώ» του 2025 υπολογίζεται ότι έχουν διατεθεί πόροι συνολικού ύψους 2,5 δισ. ευρώ, μέσω των οποίων έχουν επιδοτηθεί, ώστε να αναβαθμιστούν ενεργειακά, σχεδόν 200.000 κατοικίες. Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Eurostat πριν από λίγες ημέρες και αφορούν την εικόνα έως και το τέλος του 2025, η Ελλάδα καταγράφει την τρίτη χειρότερη επίδοση στην Ε.Ε., με βάση το ποσοστό των ανθρώπων που δηλώνουν ότι το ακίνητο στο οποίο διαμένουν έχει αναβαθμιστεί ενεργειακά την τελευταία πενταετία.

Ειδικότερα, το σχετικό ποσοστό διαμορφώνεται σε μόλις 9,5%, έναντι 23,9% του ευρωπαϊκού μέσου όρου και ενώ υπάρχουν χώρες, όπως για παράδειγμα η Ολλανδία, που ξεπερνούν ακόμη και το 60%, δείγμα της προόδου που έχει συντελεστεί τα τελευταία πέντε χρόνια. Ακόμη και στη γειτονική Βουλγαρία και την Κύπρο το ποσοστό των ανθρώπων που αναφέρουν ότι μένουν σε ακίνητο το οποίο έχει αναβαθμιστεί ενεργειακά τα τελευταία πέντε χρόνια ανέρχεται σε 30% και 28% αντίστοιχα.

Ακόμα χειρότερο είναι όμως και το γεγονός ότι αντί να αυξάνεται το ποσοστό στην Ελλάδα, καταγράφει πτώση, καθώς το 2023 διαμορφωνόταν σε 12,5%. Παρόμοια τάση παρατηρείται και στην Ε.Ε. (25,8% το 2023 έναντι 23,9% το 2025), αλλά σε πολλές χώρες η εικόνα παραμένει θετική και σίγουρα το ποσοστό των ανθρώπων που μένουν σε κατοικίες υψηλής ενεργειακής απόδοσης είναι πολλαπλάσιο συγκριτικά με τη χώρα μας. Οι μόνες χώρες που καταγράφουν χειρότερη επίδοση είναι με 7,8% η Μάλτα και η Ιταλία με μόλις 2,6%, αν και το 2023 το αντίστοιχο ποσοστό διαμορφωνόταν σε 14,7%.

ουραγοί-στην-ενεργειακή-αναβάθμιση-564344926

Ο κύριος λόγος για τον οποίο η αποτελεσματικότητα των προγραμμάτων είναι χαμηλή είναι η μεγάλη αύξηση τόσο των μονωτικών υλικών και συναφών προμηθειών όσο και του κόστους της εργασίας, ειδικά από το 2022 και μετά. Αυτή η αύξηση, η οποία υπολογίζεται σε περίπου 40%-50% δεν έχει καταστεί εφικτό να αντισταθμιστεί, με αποτέλεσμα, ενώ τα ποσά που διατίθενται για ενεργειακές αναβαθμίσεις είναι σημαντικά, τελικά οι δικαιούχοι να μειώνονται αντί να αυξάνονται.

Για παράδειγμα, το πρόγραμμα του 2021 κάλυψε 69.409 δικαιούχους, με τη μέση ενίσχυση ανά ακίνητο να μην ξεπερνά τις 13.242 ευρώ. Αντιθέτως, το αντίστοιχο του 2025 θα καλύψει μόλις 37.829 κατοικίες, με τη μέση ενίσχυση να διαμορφώνεται σε 22.476 ευρώ ανά ακίνητο, παρότι ο προϋπολογισμός του είναι παρόμοιος και διαμορφώνεται σε 850 εκατ. ευρώ, έναντι 937,8 εκατ. ευρώ του αντίστοιχου του 2021. Οπως δείχνουν τα στοιχεία, η μέση δαπάνη που απαιτείται πλέον για παρόμοια εργασία είναι πολύ υψηλότερη, κάτι το οποίο περιορίζει τελικά τον αριθμό των κατοικιών που αναβαθμίζονται ενεργειακά και εξηγεί και το φαινόμενο της πολύ χαμηλής επίδοσης της Ελλάδας στον σχετικό δείκτη της Eurostat.

Η εξέλιξη αυτή δείχνει όμως και τη χαμηλή αποτελεσματικότητα των προηγούμενων προγραμμάτων «Εξοικονομώ», καθώς η γραφειοκρατία και οι πολυετείς καθυστερήσεις στην υλοποίηση των επιδοτούμενων παρεμβάσεων έχουν τελικά σημαντικό κόστος. Είναι χαρακτηριστικό ότι μόλις πριν από μερικές ημέρες το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας μετέθεσε για την 30ή Νοεμβρίου την καταληκτική ημερομηνία ολοκλήρωσης των έργων (προκειμένου να μη χαθούν πόροι) όχι μόνο του «Εξοικονομώ» του 2025, αλλά και των αντίστοιχων προγραμμάτων του 2023, ακόμη και του 2021! Προϋπόθεση για την εξασφάλιση της παράτασης είναι οι ωφελούμενοι να έχουν καταβάλει προκαταβολές στους προμηθευτές τους.

Επίσης, παράγοντες της αγοράς τονίζουν και την ανάγκη καλύτερου σχεδιασμού, καθώς το τελευταίο «Εξοικονομώ» του 2025 ουσιαστικά στράφηκε κυρίως στην παροχή επιδοτήσεων στις περιοχές που είχαν μεγάλο αριθμό πληγέντων (π.χ. σεισμοί, πλημμύρες κ.τ.λ.) σε Θεσσαλία και Δυτική Μακεδονία. Παρότι πρόκειται για ορθή κίνηση, ενδεχομένως να έπρεπε να έχουν προβλεφθεί περισσότεροι πόροι και για άλλες περιοχές της χώρας. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην Αττική επιδοτήθηκαν εργασίες μόλις 40 εκατ. ευρώ, παρότι πρόκειται για την περιφέρεια που συγκεντρώνει τον μεγαλύτερο αριθμό ακινήτων, με πάνω από 2 εκατ. κατοικίες (σχεδόν το 40% του συνόλου), το μεγαλύτερο μέρος των οποίων είναι κύριες κατοικίες και όχι δευτερεύουσες.

Σε σχετική της έκθεση πριν από μερικούς μήνες, η Alpha Bank ανέφερε ότι μόλις το 20% των ιδιοκτητών δηλώνει πως έχει αξιοποιήσει κάποιο από τα προγράμματα ενεργειακής αναβάθμισης. Ασφαλώς αυτό δεν συμβαίνει επειδή η ζήτηση είναι χαμηλή, αλλά είτε για λόγους οικονομικούς, είτε επειδή τα προγράμματα που έχουν «τρέξει» μέχρι σήμερα δεν επαρκούν για να καλύψουν τις πολύ σημαντικές ανάγκες που υπάρχουν. Εν τω μεταξύ, με βάση τα στοιχεία της μελέτης, τουλάχιστον 3 εκατ. κατοικίες χρήζουν παρεμβάσεων ενεργειακής αναβάθμισης.