Φόρτωση Text-to-Speech…
Πριν από περίπου μία εβδομάδα, ο μεγαλύτερος λιανεμπορικόςόμιλος στην Ελλάδα, «Ελληνικές Υπεραγορές Σκλαβενίτης», ανακοίνωσε τα οικονομικά του αποτελέσματα για το 2025. Σύμφωνα με αυτά, ο κύκλος εργασιών του ανήλθε σε περίπου 6,13 δισ. ευρώ, κάτι λιγότερο από τον τζίρο που έκαναν όλες οι μεσαίες λιανεμπορικές επιχειρήσεις στην Ελλάδα την περασμένη χρονιά ή, ακόμη καλύτερα, το 10,25% του συνολικού τζίρου του ελληνικού λιανεμπορίου, εξαιρουμένου του εμπορίου αυτοκινήτων. Επίσης, πριν από λίγες ημέρες ανακοινώθηκαν τα οικονομικά αποτελέσματα της ΙΤΧ Ελλάς, που δεν είναι άλλη από τη θυγατρική του ισπανικού ομίλου Inditex (Zara, Bershka κ.ά.), με την αξία των πωλήσεών της το 2025 να υπερβαίνει τα 830 εκατ. ευρώ, έχοντας στην ουσία το 22% των συνολικών λιανικών πωλήσεων ειδών ένδυσης στην ελληνική αγορά.
Τα παραπάνω παραδείγματα δείχνουν αν μη τι άλλο την ολοένα και μεγαλύτερη συγκέντρωση που βρίσκεται σε εξέλιξη στο ελληνικό λιανεμπόριο τα τελευταία χρόνια, τάση αναπόφευκτη, καθώς ακολουθεί το παγκόσμιο μοτίβο. Αναπόφευκτη, ωστόσο, και για έναν ακόμη λόγο: η οικονομική κρίση της προηγούμενης δεκαετίας, η πανδημική κρίση και στη συνέχεια οι δύο ενεργειακές – πληθωριστικές κρίσεις, το 2022 και φέτος, εξαντλούν τις όποιες αντοχές είχαν απομείνει στις δεκάδες χιλιάδες μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Από τα στοιχεία, άλλωστε, της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ) και του Στατιστικού Μητρώου Επιχειρήσεων, την περίοδο 2011-2023 η σωρευτική απώλεια λιανεμπορικών επιχειρήσεων (εξαιρουμένου του κλάδου μηχανοκίνητων οχημάτων) ήταν 40.823 επιχειρήσεις. Το 2023 υπήρχαν, σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία του Στατιστικού Μητρώου της ΕΛΣΤΑΤ, 140.247 επιχειρήσεις λιανικού εμπορίου (νομικές μονάδες), όταν το 2011, με την οικονομική κρίση σε εξέλιξη, υπήρχαν 189.404 επιχειρήσεις του εν λόγω κλάδου. Τάση που εκτιμάται ότι συνεχίστηκε και το 2024 και το 2025 και απλώς αναμένεται να επιβεβαιωθεί και από τα επίσημα στοιχεία. Με άλλα λόγια, οι λιανεμπορικές επιχειρήσεις που λειτουργούσαν το 2023 ήταν κατά 26% λιγότερες σε σύγκριση με το 2011.
Την ίδια ώρα, βεβαίως, ο τζίρος του λιανεμπορίου στη διάρκεια της ίδιας περιόδου αυξήθηκε, κάτι αναμενόμενο τόσο λόγω της εισόδου της ελληνικής οικονομίας σε αναπτυξιακή τροχιά όσο και λόγω της αύξησης των τιμών. Υποχωρώντας κάτω από τα 50 δισ. ευρώ το 2012, διατηρήθηκε κάτω από το όριο αυτό μέχρι και το 2021, ενώ το αρνητικό ρεκόρ της εξεταζόμενης περιόδου σημειώθηκε το 2016, όταν ο τζίρος του λιανεμπορίου περιορίστηκε σε 41,62 δισ. ευρώ. Αν και το 2019 οι πωλήσεις ανήλθαν σε 45,71 δισ. ευρώ, φτάνοντας δηλαδή στα επίπεδα του 2012, η πανδημία του κορωνοϊού διέκοψε βίαια την ανάκαμψη αυτή, με τις λιανικές πωλήσεις να υποχωρούν εκ νέου και να διαμορφώνονται το 2020 σε 42,62 δισ. ευρώ.
Η πανδημία συνέβαλε καθοριστικά στην απόφαση πολλών εμπόρων να βάλουν λουκέτο στις επιχειρήσεις τους και ειδικά πολλών μικρών που δεν είχαν τη δυνατότητα να διαθέτουν ηλεκτρονικό κανάλι πωλήσεων. Ακόμη και όσοι διατήρησαν τις επιχειρήσεις τους τα δύο επόμενα χρόνια, κάτι που σε αρκετές περιπτώσεις έμοιαζε με «μηχανική υποστήριξη» και συχνά ήταν υποχρεωτικό, διότι οι ιδιοκτήτες τους είχαν αναλάβει σχετική δέσμευση έναντι της πολιτείας για τις διάφορες ενισχύσεις που έλαβαν την περίοδο των lockdowns, με το πέρας της σχετικής υποχρέωσης και με την εκδήλωση του πολέμου στην Ουκρανία αναγκάστηκαν τελικά να «τραβήξουν την πρίζα». Από 142.826 επιχειρήσεις λιανεμπορίου το 2022, έμειναν 140.247 το 2023.
Η πανδημία συνέβαλε καθοριστικά στην απόφαση πολλών εμπόρων, και ιδίως των μικρών, να κλείσουν τις επιχειρήσεις τους.
Η συγκέντρωση του λιανεμπορίου σε λιγότερες και μεγαλύτερες επιχειρήσεις υποκρύπτεται και πίσω από τις εντυπωσιακές αλλαγές στη διάρθρωση της απασχόλησης στον εν λόγω κλάδο. Τα στοιχεία από τις Ερευνες Εργατικού Δυναμικού της ΕΛΣΤΑΤ είναι εξόχως αποκαλυπτικά: το 2009 απασχολούνταν συνολικά στο λιανικό εμπόριο 569.239 άτομα, εκ των οποίων με σχέση μισθωτής εργασίας 275.425. Από τους υπόλοιπους, 172.214 ήταν αυτοαπασχολούμενοι, 63.911 εργοδότες και 57.689 βοηθοί, κατά βάση μέλη της οικογένειας που έχει την επιχείρηση. Από το 2010 ξεκίνησε σημαντική μείωση του αριθμού των απασχολουμένων στο λιανεμπόριο, με την πτωτική πορεία να συνεχίζεται καθ’ όλη τη διάρκεια της κρίσης. Και σε αυτή την περίπτωση η ανάκαμψη της διετίας 2018-2019 ανακόπηκε από την πανδημία, ενώ σημαντική αύξηση του αριθμού των απασχολουμένων στο λιανεμπόριο έχουμε τη διετία 2024-2025, με τον αριθμό τους να επιστρέφει πάλι πάνω από το μισό εκατομμύριο.
Τι θέση είχαν όμως στη λιανεμπορική επιχείρηση αυτοί οι 538.575 απασχολούμενοι το 2025; Η μοναδική ομοιότητα με το 2009 είναι ουσιαστικά ο συνολικός αριθμός των απασχολουμένων. Διότι πλέον ο αριθμός των αυτοαπασχολούμενων στο λιανεμπόριο έχει υποχωρήσει σχεδόν στο μισό, στους 90.905, ενώ σημαντικά μικρότερος είναι και ο αριθμός των εργοδοτών, 58.151. Κατά σχεδόν 58% σε σύγκριση με το 2009 μειώθηκε ο αριθμός των βοηθών. Από την άλλη, η μοναδική κατηγορία απασχολουμένων που αυξήθηκε είναι αυτή των μισθωτών. Το 2025 οι μισθωτοί στο λιανεμπόριο ανέρχονταν σε 365.141, αποτελώντας το 67,8% των συνολικά απασχολουμένων στον τομέα, ενώ το 2009 ήταν κάτω από το 50% της συνολικής απασχόλησης.
Ο αριθμός των αυτοαπασχολούμενων στο λιανεμπόριο έχει υποχωρήσει σχεδόν στο μισό, μειώθηκαν και οι εργοδότες.
Τι μαρτυρούν οι παραπάνω αριθμοί; Το κλείσιμο πολλών, μικρών κυρίως, εμπορικών επιχειρήσεων οδήγησε πρώην «αφεντικά» –εργοδότες και αυτοαπασχολούμενους, αλλά και τα άλλα μέλη της οικογένειας– να περάσουν την πόρτα μεγαλύτερων λιανεμπορικών επιχειρήσεων, αλλά αυτή τη φορά ως μισθωτοί. Η ύπαρξη πλέον περισσότερων αλυσίδων λιανικής και η σημαντική διεύρυνση του ωραρίου λειτουργίας των εμπορικών καταστημάτων στην Ελλάδα σε σύγκριση με την προμνημονιακή περίοδο δημιουργεί πολύ περισσότερες ανάγκες σε μισθωτούς σε έναν τομέα που έτσι κι αλλιώς είναι εντάσεως εργασίας.
Mείωση του μεριδίου αγοράς των πολύ μικρών επιχειρήσεων
«Το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό», λένε. Αλλά και το μεσαίο μπορεί να φάει το λίγο μικρότερο από αυτό. Κάτι τέτοιο φαίνεται ότι ισχύει και στο ελληνικό λιανεμπόριο, καθώς η συγκέντρωση που βρίσκεται σε εξέλιξη παρατηρείται σε διάφορα στάδια, ακόμη και εντός των διαφορετικών διαβαθμίσεων των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, που αποτελούν και τη συντριπτική πλειονότητα.
Από την εξέταση των στοιχείων για την εξέλιξη του κύκλου εργασιών αποκλειστικά στις μικρομεσαίες λιανεμπορικές επιχειρήσεις (που απασχολούν, δηλαδή, λιγότερα από 250 άτομα και έχουν ετήσιο κύκλο εργασιών που δεν υπερβαίνει τα 50 εκατ. ευρώ ή/και σύνολο ετήσιου ισολογισμού που δεν υπερβαίνει τα 43 εκατ. ευρώ) προκύπτει η σταδιακή υποχώρηση κατά την τελευταία πενταετία του μεριδίου αγοράς των πολύ μικρών επιχειρήσεων και η αύξηση, από την άλλη, του μεριδίου αγοράς των μικρών και μεσαίων. Το 2019, προ πανδημίας δηλαδή, ο κύκλος εργασιών των πολύ μικρών επιχειρήσεων του λιανεμπορικού κλάδου ήταν 17,41 δισ. ευρώ, αποτελώντας το 60,10% του συνολικού τζίρου των λιανεμπορικών μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Διευκρινίζεται ότι ως πολύ μικρή επιχείρηση ορίζεται η επιχείρηση που απασχολεί λιγότερα από 10 άτομα και ο ετήσιος τζίρος της δεν υπερβαίνει τα 2 εκατ. ευρώ.
Την ίδια χρονιά, ο τζίρος των μικρών επιχειρήσεων (που απασχολούν λιγότερα από 50 άτομα και έχουν τζίρο όχι πάνω από 10 εκατ. ευρώ) ήταν 7,7 δισ. ευρώ ή το 26,58% του συνολικού τζίρου των μικρομεσαίων λιανεμπορικών επιχειρήσεων, ενώ οι πωλήσεις των μεσαίων επιχειρήσεων ήταν 3,86 δισ. ευρώ με μερίδιο αγοράς 13,32%. Ως μεσαίες επιχειρήσεις ορίζονται οι επιχειρήσεις της κατηγορίας «Μικρομεσαίες επιχειρήσεις» οι οποίες δεν εντάσσονται στις κατηγορίες «Μικρές επιχειρήσεις» και «Πολύ μικρές επιχειρήσεις».
Οι μεγάλες και μεσαίες εταιρικές οντότητες κεφαλαιοποιούν τις οικονομίες κλίμακας, απορροφούν την τεχνολογική καινοτομία και μεγεθύνονται.
Σε απόλυτους αριθμούς, ο κύκλος εργασιών και στις τρεις αυτές κατηγορίες επιχειρήσεων ήταν σημαντικά αυξημένος το 2025 σε σύγκριση με έξι χρόνια πριν. Ωστόσο, πλέον οι πολύ μικρές επιχειρήσεις έχασαν σημαντικό έδαφος, με το μερίδιό τους επί του τζίρου των μικρομεσαίων λιανεμπορικών επιχειρήσεων να υποχωρεί στο 53,76%, παρά τη διαμόρφωση του κύκλου εργασιών τους στα 25,29 δισ. ευρώ. Ο τζίρος των μικρών επιχειρήσεων διπλασιάστηκε φτάνοντας το 2025 τα 14,95 δισ. ευρώ και μερίδιο 31,78%, ενώ διπλάσιο τζίρο σε σύγκριση με έξι χρόνια πριν έχουν πλέον και οι μεσαίου μεγέθους λιανεμπορικές επιχειρήσεις: 6,8 δισ. ευρώ το 2025 και μερίδιο αγοράς 14,46%.
Ακόμη και η συγκέντρωση σε αυτό το επίπεδο έρχεται να επιβεβαιώσει τη λεγόμενη οικονομία των «δύο ταχυτήτων», στο πλαίσιο της οποίας οι μεγάλες και μεσαίες εταιρικές οντότητες, όπως έχει επισημάνει και η Ελληνική Συνομοσπονδία Εμπορίου και Επιχειρηματικότητας (ΕΣΕΕ) στην ετήσια έκθεσή της, κεφαλαιοποιούν τις οικονομίες κλίμακας, απορροφούν την τεχνολογική καινοτομία και μεγεθύνονται.
Σύμφωνα δε με την ΕΣΕΕ, αυτή η μεγάλη μείωση του μεριδίου αγοράς των πολύ μικρών επιχειρήσεων και μάλιστα μόνο μέσα σε έξι χρόνια μεταφράζεται σε μια πρωτοφανή και ταχύτατη μεταφορά τεράστιου όγκου κεφαλαίου, πελατείας και εμπορικής υπεραξίας από το παραδοσιακό κατάστημα της γειτονιάς προς τις μεγάλες αλυσίδες πολυκαταστημάτων και τις πολυεθνικές πλατφόρμες. Οι παραδοσιακοί έμποροι αποδίδουν την εξέλιξη αυτή στη δυσκολία πρόσβασης σε τραπεζική χρηματοδότηση και σε άλλα χρηματοδοτικά εργαλεία, καθώς και στη φορολογία. Μήπως όμως δεν φταίει μόνο το τρένο που δεν είχε πολλές θέσεις, αλλά και οι ίδιες οι μικρές εμπορικές επιχειρήσεις που δεν φρόντισαν να βγάλουν εγκαίρως εισιτήριο και να πάνε στην ώρα τους στον σταθμό;