Η καταστροφή δεν πρέπει να γίνει απώλεια

Φόρτωση Text-to-Speech…

Φανταστείτε τα δάση της Αττικής σαν διακόπτες που ένας ένας κλείνουν.

Πρώτη η Πεντέλη με τις διαδοχικές megafires του 1995 και του 1998 –πριν καλά καλά καθιερωθεί ο όρος για τις μέγα πυρκαγιές στη διεθνή βιβλιογραφία. Το βουνό θα ανέκαμπτε φυσικά, αλλά νέα καταστροφικά επεισόδια (2009, 2018, 2022, 2024) του έδωσαν τη χαριστική βολή. Τα ποσοστά της τεχνητής αναδάσωσης είναι αμελητέα. Το πυκνό, απέραντο δάσος της Πεντέλης των αρχών της δεκαετίας του ’90 έχει δώσει τη θέση του σήμερα σε μια υποτυπώδη θαμνοειδή βλάστηση – εκτός από ένα σχετικά περιορισμένο κομμάτι φυσικής αναγέννησης που σώθηκε από τη φωτιά του 2024. Ενας διακόπτης μείον.

Βαθιά πληγωμένη βγαίνει και η Πάρνηθα σε αυτόν τον άχαρο απολογισμό – το βουνό που μέχρι το 2007 είχε βγει αλώβητο από την πρώτη περίοδο των μεγάλων δασικών πυρκαγιών της Αττικής (1980-2005). Εκτός από εκείνη τη δραματική φωτιά που έφτασε στην καρδιά του εθνικού δρυμού, κατακαίγοντας σημαντικό μέρος του μοναδικού ελατοδάσους, έχουμε δύο εξίσου σοβαρά περιστατικά που προκαλούν ανυπολόγιστη περιβαλλοντική ζημιά: το 2021, η σχετικά περιορισμένη φωτιά της Βαρυμπόμπης αναζωπυρώνεται και καίει το δασόκτημα Τατοΐου, ενώ δύο χρόνια μετά προσβάλλεται το δυτικό τμήμα στο ύψος της Φυλής και των Αχαρνών που είχε συνέλθει σημαντικά από την πυρκαγιά του 2007. Μισός διακόπτης μείον.

Ο μέγιστος κίνδυνος για το μέλλον των δασών της Αττικής είναι να εδραιωθεί στη διοίκηση και στην κοινωνία μια κουλτούρα παραίτησης.

Ωστόσο, το πραγματικό ολοκαύτωμα καταγράφεται στο δασικό κεφάλαιο της Δυτικής Αττικής. Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών, σε λιγότερο από μία δεκαετία (2017-2026) έχουν καεί περίπου 375.000 στρέμματα δάσους, δηλαδή το 64% της επιφανείας των συνολικών δασών/δασικών εκτάσεων της Περιφερειακής Ενότητας Δυτικής Αττικής. Πολλοί διακόπτες μαζί μείον: Γεράνια, όρος Πατέρας, ο Κιθαιρώνας τώρα.

Πρόκειται για ασύλληπτης έκτασης καταστροφή, που με κανέναν τρόπο δεν θα πρέπει να βιαστούμε να τη βαφτίσουμε «απώλεια». Γιατί αν το κάνουμε (κι εμείς οι δημοσιογράφοι είμαστε πρώτοι και καλύτεροι σε αυτά) θα είναι σαν να συνθηκολογούμε με μια εκδοχή της πραγματικότητας που τροφοδοτεί τη μοιρολατρία, την παθητικότητα, τον σοσιαλμιντιακό θόρυβο και, κυρίως, την ελάσσονα προσπάθεια.

Πρέπει να πιστέψουμε ότι η μάχη δεν έχει χαθεί ακόμη. Κυκλοφόρησε πριν από λίγες μέρες ένας χάρτης που δείχνει ότι τα τελευταία δέκα χρόνια έχουν καεί μόνο στην Αττική περίπου 512.000 στρέμματα δάσους, δηλαδή το 42% της επιφανείας των δασών ολόκληρης της περιφέρειας. Υπάρχουν τρεις αναγνώσεις σε αυτόν τον χάρτη. Πρώτον, οι πυρκαγιές βαίνουν επιθετικότερες και καταστροφικότερες – το αντίτιμο της οργανωτικής αμεριμνησίας μας, αλλά και της επέλασης της κλιματικής αλλαγής. Δεύτερον, τα υπολογιζόμενα καμένα στρέμματα δεν ξεγράφονται στο διηνεκές, καθώς αφορούν, συνήθως, πευκόφυτες εκτάσεις. Δύναται να υπάρξει (και υπάρχει, κατά περίπτωση) φυσική αναγέννηση. Τρίτον, δεν γνωρίζουμε τι λογίζεται ως «δασική έκταση». Οι υποβαθμισμένες –ύστερα από αλεπάλληλες πυρκαγιές– εκτάσεις στην Πεντέλη, στον νότιο Υμηττό ή στα βουνά της Λαυρεωτικής θεωρούνται ακόμη «δάση»; Τότε εκείνος ο χάρτης μπορεί να αποκτήσει ακόμη πιο ζοφερές αποχρώσεις.

Ολα αυτά όμως υποχωρούν μπροστά στον μέγιστο κίνδυνο: να εδραιωθεί στη διοίκηση και στην κοινωνία μια κουλτούρα παραίτησης. Εφόσον όλα είναι περίπου προδιαγεγραμμένα, γιατί να περιφρουρήσουμε τη φυσική αναγέννηση; Γιατί να ενισχύσουμε το εθελοντικό κίνημα; Γιατί να εξαντλήσουμε τα περιθώρια βελτίωσης στην πρόληψη; Γιατί να αποδεσμεύσουμε πολύ περισσότερα κονδύλια σε επείγουσες αναδασώσεις; Για ένα και μόνο λόγο: για να παραμείνουν οι διακόπτες ανοικτοί.