Το 96,49% των Ελλήνων θεωρεί την οικογένεια πολύ ή πάρα πολύ σημαντική, σύμφωνα με έρευνα που πραγματοποίησε το Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών το 2024 (Τσίγκανου κ.ά., ΕΚΚΕ, 2024). Η καθολική αυτή αξιολόγηση καταγράφεται δημοσκοπικά σε όλες ανεξαιρέτως τις έρευνες που έχουν διεξαχθεί διαχρονικά καθ’ όλη τη διάρκεια της Μεταπολίτευσης. Η έρευνα όμως παρέχει σημαντικές πληροφορίες για τις αντιλήψεις που έχουν τα μέλη της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας για την κορωνίδα του αξιακού τους συστήματος.
Το 77% των ερωτηθέντων θεωρεί οικογένεια δύο ανθρώπους που συνδέονται συναισθηματικά, ανεξάρτητα από το αν έχουν συνάψει γάμο ή αν έχουν παιδιά. Το 61% απορρίπτει την άποψη ότι πραγματική οικογένεια είναι μόνο εκείνη που έχει παιδιά, το 81,4% διαφωνεί ότι ένα ζευγάρι χωρίς γάμο δεν μπορεί να θεωρείται οικογένεια, ενώ πάνω από επτά στους δέκα αναγνωρίζουν ως οικογένεια μόνο έναν γονέα με παιδί. Η ελληνική κοινωνία εμφανίζεται να έχει αποσυνδέσει σε μεγάλο βαθμό την οικογένεια από τον γάμο και την τεκνοποίηση, συνδέοντάς την πρωτίστως με τον συναισθηματικό δεσμό. Μόνο απέναντι στα ομόφυλα ζευγάρια σημειώνεται μια οριακή πλειοψηφία (50,3%) που θεωρεί ότι δεν αποτελούν «οικογένεια». Τη στιγμή όμως που διεξαγόταν η έρευνα (Μάρτιος – Μάιος 2023) ακόμη και το ίδιο το κράτος απέκλειε τα ομόφυλα ζευγάρια από τον θεσμικό ορισμό της οικογένειας.
Η πρόσφατη αντιπαράθεση που ξέσπασε στο εσωτερικό της Ν.Δ. αντιμετωπίστηκε ως μία ακόμη εκδήλωση της σισύφειας προσπάθειας της κυβερνώσας παράταξης να ισορροπήσει ανάμεσα στον φιλελεύθερο εκσυγχρονισμό και τον κοινωνικό συντηρητισμό, δύο τάσεις που καλείται να συγκρατήσει κάτω από την ίδια κομματική στέγη, τουλάχιστον μέχρι τις εκλογές. Μέσα από αυτή την αντιπαράθεση αποκαλύπτεται μια άλλη βαθιά πολιτική τομή –παρότι κανείς δεν φαίνεται πρόθυμος να τη θίξει– η οποία σχετίζεται με την αντίληψη που έχουν για την οικογένεια οι φορείς του πολιτικού λόγου ανάλογα με το φύλο τους.
Ανάμεσα στους ερωτηθέντες στην έρευνα του ΕΚΚΕ που κατονομάζουν τις κεντρικές αξίες της σημερινής ελληνικής οικογένειας, οι γυναίκες αξιοδοτούν πιο ψηλά την αγάπη, τη φροντίδα, την ασφάλεια – τις αξίες, δηλαδή, που απαιτούν διαρκή συναισθηματική εργασία και οι οποίες δοκιμάζονται έμπρακτα στην καθημερινή ζωή. Οι άνδρες πάλι, αξιοδοτούν πιο ψηλά την υποστήριξη, την αλληλεγγύη, την παράδοση. Με άλλα λόγια, αξίες αφηρημένες και δομικές, και σίγουρα όχι σχεσιακές.
Η έμφυλη διάσταση, όσο και αν επιμένουμε να το αγνοούμε, διαπέρασε και την πρόσφατη εσωκομματική αντιπαράθεση της Ν.Δ. Η υπουργός μιλάει για την οικογένεια από τη σκοπιά της φροντίδας, στη γλώσσα της καθημερινότητας. Οι επικριτές της, στην πλειονότητά τους άνδρες, μιλούν για την οικογένεια ως θεσμό στο όνομα της παράδοσης και του έθνους, χρησιμοποιώντας τη βαθιά αποπροσωποποιητική γλώσσα της δημογραφίας – «1,4 παιδιά ανά γυναίκα, 2,1 παιδιά ανά γυναίκα». Είναι πράγματι να απορεί κανείς πώς δεν έχει ακόμη αντικατασταθεί αυτή η παρωχημένη επιστημολογική προσέγγιση, που μετατρέπει τις γυναίκες σε μονάδες μέτρησης, σαν η αναπαραγωγή της κοινωνίας να ήταν πρωτίστως δική τους ευθύνη. Την ίδια στιγμή, η πραγματική εργασία που συντηρεί την οικογένεια –η φροντίδα, η οργάνωση της καθημερινότητας, ο φόρτος της μέριμνας (mental load) για τον οποίο συζητούν εκατομμύρια γυναίκες– παραμένει άνισα κατανεμημένη και σε μεγάλο βαθμό αόρατη.
Το πρόβλημα με την ελληνική οικογένεια δεν είναι ότι παίρνει πολλές μορφές, αλλά ότι εξακολουθούμε να μιλάμε γι’ αυτήν χωρίς να συζητάμε ουσιαστικά για τη φροντίδα που τη συγκροτεί.
*Η κ. Χαριτίνη Καρακωστάκη είναι πολιτική επιστήμων, διδάκτωρ Κοινωνιολογίας στην EHESS.