Φόρτωση Text-to-Speech…
Οι Ελληνες δεν χρειάζονται υπενθυμίσεις ότι το κλίμα αλλάζει. Στην υπόλοιπη Ευρώπη, οι συνέπειες της ακραίας ζέστης υπήρξαν εξίσου καταστροφικές. Οι πυρκαγιές έφτασαν σε απόσταση λίγων μόλις χιλιομέτρων από τη Μαδρίτη και το Μπορντό. Η Ουγγαρία αναγκάστηκε να θέσει εκτός λειτουργίας έναν αντιδραστήρα στον πυρηνικό σταθμό του Πακς, όταν η στάθμη του Δούναβη έπεσε τόσο ώστε να μην επαρκεί για την ψύξη του. Μεγάλο τμήμα της Ευρώπης βρίσκεται αντιμέτωπο με ξηρασία, ενώ σε περιοχές της νότιας Αγγλίας έπεσε μόλις το 1% της συνηθισμένης θερινής βροχόπτωσης.
Θα ήταν σοβαρό λάθος να αντιμετωπιστούν όλα αυτά ως η ατυχής συνέπεια ενός ασυνήθιστα θερμού καλοκαιριού. Πρέπει να ιδωθούν ως μέρος ενός μοτίβου ακραίων καιρικών φαινομένων, που εντείνονται όσο θερμαίνεται το κλίμα. Τα τελευταία χρόνια, η Ευρώπη έχει επίσης βρεθεί αντιμέτωπη με το τεράστιο κόστος αποκατάστασης των ζημιών από πλημμύρες και καταιγίδες. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκτιμά ότι η Ε.Ε. έχει υποστεί ζημίες άνω των 800 δισ. ευρώ λόγω της κλιματικής αλλαγής από το 1980, εκ των οποίων σχεδόν το ένα τέταρτο σημειώθηκε μόνο τα τελευταία τέσσερα χρόνια. Καθώς ένα ασυνήθιστα ισχυρό φαινόμενο Ελ Νίνιο έχει ήδη αυξήσει τις θερμοκρασίες της επιφάνειας της θάλασσας στον Ειρηνικό, οι κλιματολόγοι προειδοποιούν ότι τον επόμενο χρόνο αναμένονται ακόμη περισσότερα ακραία καιρικά φαινόμενα.
Δεν προκαλεί, λοιπόν, έκπληξη ότι η ΕΚΤ στρέφει πλέον τόσο μεγάλη προσοχή στους χρηματοοικονομικούς κινδύνους που συνδέονται με την κλιματική αλλαγή. Σύμφωνα με ανάλυση της ασφαλιστικής Allianz, αν τα τέσσερα θερμότερα έτη της τελευταίας δεκαετίας επαναλαμβάνονταν έως το 2030, το κόστος για την Ε.Ε. θα ανερχόταν πιθανότατα στο 5%-7% του ΑΕΠ.
Κατά τη διάρκεια της κρίσης χρέους της Ευρωζώνης, οι οικονομολόγοι μιλούσαν συχνά για τον «φαύλο κύκλο κράτους – τραπεζών», κατά τον οποίο οι αμφιβολίες των αγορών για τη βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους μιας χώρας υπονόμευαν την πιστοληπτική ικανότητα των τραπεζών της, οι οποίες κατείχαν μεγάλες ποσότητες κρατικών ομολόγων. Αυτό τροφοδοτούσε νέες αμφιβολίες για τη φερεγγυότητα των ίδιων των τραπεζών, εντείνοντας τις ανησυχίες για τη δημοσιονομική αντοχή των κρατών που ίσως χρειάζονταν να τις διασώσουν. Για μεγάλο διάστημα, ο φαύλος αυτός κύκλος έμοιαζε ικανός να οδηγήσει στην κατάρρευση του ενιαίου νομίσματος, ώσπου οι κυβερνήσεις δημιούργησαν μηχανισμούς ανάσχεσης, με τη μορφή κοινών ταμείων και νέων εργαλείων των κεντρικών τραπεζών.
Σήμερα, η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με αυτό που ορισμένοι οικονομολόγοι αποκαλούν νέο «κλιματικό φαύλο κύκλο κράτους – χρέους». Καθώς το κόστος των ακραίων καιρικών φαινομένων συσσωρεύεται, επιβαρύνει ακόμη περισσότερο τη δημοσιονομική θέση των ήδη υπερχρεωμένων κυβερνήσεων, υπονομεύοντας την πιστοληπτική τους αξιοπιστία και αυξάνοντας το κόστος δανεισμού τους. Αυτό περιορίζει την ικανότητά τους να κινητοποιούν πόρους για την προσαρμογή και τον μετριασμό των συνεπειών της επόμενης καταστροφής, καθιστώντας τις χώρες ακόμη πιο ευάλωτες και σχεδόν σίγουρο ότι το κόστος των μελλοντικών καταστροφών θα είναι ακόμη υψηλότερο. Και καθώς οι ευρωπαϊκές τράπεζες κατέχουν πλέον μεγάλες ποσότητες ομολόγων και άλλων κρατών-μελών της Ευρωζώνης, μια δημοσιονομική κρίση σε μια χώρα θα μπορούσε να εξαπλωθεί ταχύτατα.
Οσο αυξάνεται ο κλιματικός κίνδυνος, τόσο μεγαλύτερο μέρος των περιουσιακών στοιχείων καθίσταται μη ασφαλίσιμο.
Οι δημοσιονομικές πιέσεις δεν περιορίζονται μόνο στο άμεσο κόστος των καταστροφών. Περιλαμβάνουν επίσης την πιθανότητα υψηλότερου πληθωρισμού, ιδίως λόγω των αυξήσεων στις τιμές των τροφίμων, τη μείωση της παραγωγικότητας, αλλά και τα λεγόμενα «παγιδευμένα περιουσιακά στοιχεία», όταν εγκαταλείπονται γη και κοινότητες, με την ερήμωση της υπαίθρου να καθιστά τις περιοχές υψηλού κινδύνου ακόμη πιο ευάλωτες στην επόμενη πυρκαγιά.
Οπως και στην κρίση της Ευρωζώνης, απαιτούνται μηχανισμοί ανάσχεσης αν πρόκειται να αποτραπεί μια χρηματοπιστωτική κρίση που θα προκληθεί από αυτόν τον κλιματικό φαύλο κύκλο κράτους – χρέους. Ωστόσο, η Ε.Ε. δαπανά συλλογικά μόλις 29 δισ. ευρώ ετησίως για την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή – ένα μικρό μόνο μέρος των 70 δισ. ευρώ τον χρόνο που, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, απαιτούνται έως το 2050. Παρέχει ορισμένους κοινούς πόρους για την αντιμετώπιση έκτακτων αναγκών –όπως πυροσβέστες και αεροσκάφη που μετακινούνται διασυνοριακά όταν ένα κράτος-μέλος αδυνατεί να αντεπεξέλθει– αλλά ελάχιστα για την αντιμετώπιση της ευρύτερης συστημικής απειλής.
Ισως η πιο επείγουσα προτεραιότητα να είναι η ασφάλιση, ώστε οι ζημίες να μπορούν να απορροφούνται ευρύτερα από τον ιδιωτικό τομέα, εφόσον χρειαστεί, με τη στήριξη κοινών εγγυήσεων. Η Ε.Ε. εκτιμά ότι σήμερα ασφαλίζεται μόλις περίπου το ένα πέμπτο των ζημιών από ακραία καιρικά φαινόμενα. Στις πυρκαγιές το ποσοστό πέφτει περίπου στο 11%. Ως αποτέλεσμα, το κόστος επιβαρύνει είτε άμεσα τους πολίτες και τις επιχειρήσεις που πλήττονται είτε το κράτος, ως ασφαλιστή έσχατης καταφυγής. Και ο κίνδυνος τροφοδοτεί τον εαυτό του: όσο αυξάνεται ο κλιματικός κίνδυνος, τόσο μεγαλύτερο μέρος των περιουσιακών στοιχείων καθίσταται μη ασφαλίσιμο, σφίγγοντας ακόμη περισσότερο τον φαύλο κύκλο.
Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις έχουν ήδη να αντιμετωπίσουν υπεραρκετές προκλήσεις. Είναι, επομένως, κατανοητό ότι πολλές επιδιώκουν να περιορίσουν τις δαπάνες για την κλιματική πολιτική. Ωστόσο, θα πρέπει να γνωρίζουν ότι δεν υπάρχει κάποιος Μάριο Ντράγκι για να διακόψει αυτόν τον φαύλο κύκλο. Θα πρέπει να το κάνουν μόνες τους.
*Ο κ. Σάιμον Νίξον είναι ανεξάρτητος σχολιαστής και εκδότης του ενημερωτικού δελτίου Wealth of Nations στο Substack.