Για ακόμη μία φορά το μεταναστευτικό πόλωσε την πολιτική συζήτηση, τόσο στο εσωτερικό των χωρών όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Τα γεγονότα στη Θέουτα έφεραν ξανά στην επιφάνεια τις βαθιές διαφωνίες πίσω από την κοινή ευρωπαϊκή μεταναστευτική πολιτική και προσέφεραν νέα επιχειρήματα υπέρ αυστηρότερων συνόρων. Οι αντιδράσεις ήταν προβλέψιμες: η άκρα Δεξιά σήκωσε αμέσως το θέμα και οι υπόλοιποι ακολούθησαν, όλο και πιο διστακτικά όσο κινούμασταν προς τα αριστερά.
Δεν θα επαναλάβω εδώ όσα έχω γράψει πολλές φορές για τον τρόπο με τον οποίο η μετανάστευση εισχώρησε στην καρδιά της πολιτικής ατζέντας, για τον ρόλο των πολιτικών επιχειρηματιών (entrepreneurs) που επενδύουν συστηματικά σε αυτήν και για το γαϊτανάκι αντιδράσεων που προκαλεί στα υπόλοιπα κόμματα η αντιμεταναστευτική ρητορική της άκρας Δεξιάς. Θα σταθώ σε μια διαφορετική συνέπεια: στο τι προκαλεί στην κοινή γνώμη η σχεδόν καθολική πλέον περιγραφή της μετανάστευσης με όρους επίθεσης και εισβολής.
Σπάνια αναφέρομαι εδώ σε δικές μου έρευνες. Το κάνω σήμερα, επειδή τα αποτελέσματα μιας πρόσφατης μελέτης στην οποία συμμετέχω καταδεικνύουν εύγλωττα, πιστεύω, μια λιγότερο γνωστή προέκταση του φαινομένου.
Πραγματοποιήσαμε ένα πείραμα σε τέσσερις ευρωπαϊκές χώρες (Γερμανία, Ιταλία, Ουγγαρία και Σουηδία). Συμμετείχαν συνολικά σχεδόν 8.000 πολίτες. Ολοι διάβασαν ένα σύντομο υποθετικό περιστατικό τρομοκρατικής βίας: ένας άνδρας τοποθετούσε βόμβα σε ένα καφέ, σκοτώνοντας έξι ανθρώπους.
Αυτό που μεταβάλλαμε τυχαία ήταν η ταυτότητα του δράστη και των θυμάτων. Χρησιμοποιήσαμε και τους τέσσερις δυνατούς συνδυασμούς: μετανάστης που επιτίθεται σε ντόπιους, μετανάστης που επιτίθεται σε μετανάστες, ντόπιος που επιτίθεται σε ντόπιους και ντόπιος που επιτίθεται σε μετανάστες. Κάθε ερωτώμενος έβλεπε μόνο ένα από αυτά τα τέσσερα σενάρια, επιλεγμένο εντελώς τυχαία.
Λίγο αργότερα και μετά το πέρας κάποιων άλλων ερωτήσεων, τους ζητούσαμε να επιλέξουν ποιο από τα τέσσερα σενάρια είχαν μόλις διαβάσει. Δεν τους ρωτούσαμε ποιο θεωρούσαν πιθανότερο ούτε να εκφράσουν κάποια γνώμη για τη μετανάστευση ή την τρομοκρατία. Τους ζητούσαμε απλώς να αναγνωρίσουν μια σαφή πληροφορία που είχαν δει λίγα λεπτά νωρίτερα.
Τα αποτελέσματα ήταν εντυπωσιακά. Από όσους είχαν διαβάσει ότι ο δράστης ήταν μετανάστης και τα θύματα ντόπιοι, το 81,8% θυμόταν σωστά το περιστατικό. Στα υπόλοιπα τρία σενάρια, το αντίστοιχο ποσοστό υποχωρούσε μεταξύ 52% και 60%.
Ακόμη πιο αποκαλυπτικό ήταν το είδος των λαθών. Επειδή η ερώτηση ήταν κλειστού τύπου, μπορούσαμε να δούμε τι ακριβώς επέλεγαν όσοι απαντούσαν λανθασμένα. Στα τρία σενάρια που δεν ταίριαζαν με το κυρίαρχο στερεότυπο, σχεδόν τρεις στους τέσσερις από όσους έκαναν λάθος ισχυρίζονταν ότι είχαν δει το ίδιο πράγμα: έναν μετανάστη να επιτίθεται σε ντόπιους.
Επαναλαμβάνω: Δεν μιλάμε για γενικές εκτιμήσεις, πεποιθήσεις ή προβλέψεις σχετικά με το ποιος είναι πιθανότερο να διαπράξει ένα έγκλημα. Μιλάμε για την απλούστερη δυνατή άσκηση επανάληψης μιας πληροφορίας που οι συμμετέχοντες είχαν μόλις δει, διατυπωμένη χωρίς καμία ασάφεια.
Ενα ενδεχόμενο ήταν οι ερωτώμενοι να γνώριζαν τη σωστή απάντηση, αλλά να επέλεγαν σκόπιμα τη στερεοτυπική εκδοχή, επειδή αυτή εξέφραζε καλύτερα τις πολιτικές τους απόψεις. Επαναλάβαμε λοιπόν το πείραμα στη Γερμανία, αυτή τη φορά δίνοντας στους συμμετέχοντες οικονομικό κίνητρο στη σωστή απάντηση. Τα αποτελέσματα παρέμειναν ουσιαστικά αμετάβλητα.
Και το πιο ανησυχητικό: παρότι ισχυρότερη στη Δεξιά, η τάση παρέμενε ισχυρή ακόμη και στην Αριστερά, ακόμη και στην άκρα, αλλά, το κυριότερο, και μεταξύ ανθρώπων με θετικές στάσεις απέναντι στους μετανάστες – ακόμη και όσων ήταν πρόθυμοι να δωρίσουν μέρος της αμοιβής τους στην Υπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες. Δεν πρόκειται, λοιπόν, για διαστρέβλωση της πραγματικότητας για χάρη της προστασίας και της διατήρησης προϋπαρχουσών πεποιθήσεων, αλλά για ένα συλλογικά εδραιωμένο σχήμα που συνδέει τόσο βαθιά τη μετανάστευση με τη βία, ώστε να επηρεάζει ακόμη και τη μνήμη όσων συνειδητά το απορρίπτουν.
Το πρόβλημα είναι πως αυτά τα συλλογικά στερεότυπα δεν εμφανίζονται από το πουθενά. Δημιουργούνται και ενισχύονται μέσα από τις λέξεις, τις εικόνες και τις ιστορίες με τις οποίες τα μέσα ενημέρωσης και οι πολιτικές ελίτ περιγράφουν συγκεκριμένα ζητήματα και κοινωνικές ομάδες. Η διαρκής σύνδεση της μετανάστευσης με το έγκλημα και την απειλή δεν αλλάζει μόνο τις απόψεις των πολιτών. Καταλήγει να επηρεάζει ποια γεγονότα προσέχουν, ποια θυμούνται και, τελικά, ποια πραγματικότητα πιστεύουν ότι έχουν δει. Με άλλα λόγια, ξαναγράφει τη μνήμη μας.
*O κ. Ηλίας Ντίνας είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης και κάτοχος της ελβετικής έδρας στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο της Φλωρεντίας.