Κυκλοφόρησε προσφάτως ένα πολύ ενδιαφέρον βιβλίο του Στάθη Καλύβα και της Νατάσας Τριανταφύλλη με τον τίτλο «Big Bang 1970-1973», δηλαδή η Μεγάλη Γενεσιουργός έκρηξη. Είναι μια πολύ σοβαρή μελέτη που με μια σειρά από ευκολοδιάβαστα παραδείγματα εικονογραφεί την «απίστευτη» πολιτιστική έκρηξη που συνέβη στην Ελλάδα τον καιρό που κυβερνούσαν οι συνταγματάρχες. Γιατί απίστευτη; Διότι αντιβαίνει στη θεωρία ότι «αποκλείεται σε εποχή χούντας να γεννηθούν έργα πολιτισμού». Αυτή ήταν η άποψη που κυριάρχησε τότε και εξακολουθεί να υποστηρίζεται τόσο σθεναρά ώστε σήμερα το βιβλίο προκάλεσε ζωηρή αντίδραση εξ αριστερών.
Μια τέτοια αντίληψη είχε διαδοθεί εξ αρχής της δικτατορίας και είχε λειτουργήσει ανασταλτικά σε ορισμένους τομείς, σε άλλους όμως καθόλου. Παράδειγμα η Προϊστορική Αρχαιολογία, που έκανε ένα τεράστιο άλμα όταν ο Σπυρίδων Μαρινάτος το 1967, εφαρμόζοντας μια θεωρία του, βρήκε με την πρώτη δοκιμή τον προϊστορικό οικισμό στο Ακρωτήρι της Θήρας και μονομιάς προώθησε τον αρχαιολογικό μας ορίζοντα μια πεντακοσαριά χρόνια πιο πίσω.
Το «δεν γεννιώνται έργα πολιτισμού με κυβέρνηση καταπιεστική» το υποστήριζε τότε μόνον μια μικρή μειοψηφία. Ο πολύς κόσμος είχε άλλα βάσανα να σκεφτεί και οι σχετικά λίγοι που διάβαζαν γνώριζαν ότι η Ευρώπη ολόκληρη μόνον πρόσφατα είχε γνωρίσει τον Φιλελευθερισμό, ενώ πολιτισμό είχε παραγάγει επί αιώνες. Επιπλέον, στην Ελλάδα είχαμε πρόσφατα ζήσει Διχασμούς, πολέμους, τριπλή Κατοχή και τις απανωτές απόπειρες του ΚΚΕ να καταλάβει την εξουσία διά της βίας – και τι βίας! Είχαμε δηλαδή μέτρα συγκρίσεως για λογής λογής καταπιέσεις και προπαγάνδες.
Ετσι, τα ευρήματα του «Big Bang 1970-1973» εμένα δεν μου αποκαλύπτουν κάτι που δεν είχα ήδη υποψιαστεί τότε. Εζησα όμως επί χούντας, στα σαράντα μου, κάτι που οι συγγραφείς του «Μεγάλου Μπανγκ» μάλλον δεν θα έχουν σήμερα καν υποψιαστεί: ότι, δηλαδή, μακρύ ψαλίδι λογοκρισίας, πραγματικά αποτελεσματικό, δεν κρατούσαν μόνο οι συνταγματάρχες, αλλά και το ΚΚΕ.
Η εμπειρία μου ήταν η εξής: Στα τέλη του 1967, συζητώντας στη Βιέννη με φίλο μου αυτοεξόριστο αντιχουντικό, του εξέφρασα την απορία –και αποδοκιμασία μου– που συνεργαζόταν με το ΚΚΕ στον αντιδικτατορικό αγώνα που διεξήγε. «Γιατί όχι;» με ρώτησε. Ηταν άνθρωπος της Δεξιάς και μάλιστα δραστήριος, κι έτσι ξαφνιάστηκα. «Μα και μόνο το παιδομάζωμα που έκαναν θα αρκούσε για να μην τους εμπιστεύεσαι καθόλου!» είπα. «Δηλαδή εσύ πιστεύεις ακόμη την προπαγάνδα της Φρειδερίκης;» μου αντέτεινε.
Μονομιάς αυτό το κολοσσιαίο δράμα των δεκάδων χιλιάδων παιδιών που είχαν συρθεί στο Παραπέτασμα μετατρεπόταν σε ένα φθηνό κόλπο βασιλικής προπαγάνδας! Απόμεινα βουβή. Αλλά μόλις γύρισα στην Αθήνα καταπιάστηκα να βρω τεκμήρια. Αποδείχθηκε έργο δύσκολο! Στη Βιβλιοθήκη της Βουλής υπήρχαν μόνο τα σχετικά με το παιδομάζωμα των Οθωμανών. Μελετώντας το σώμα των εφημερίδων «Το Βήμα» και «Τα Νέα», που μου ήταν εύκολα προσβάσιμα, δεν έβρισκα «παιδομάζωμα» ούτε στις ειδήσεις ούτε στα άρθρα. Κοντολογίς, είδα κι έπαθα μέχρις ότου βρήκα ένα άρθρο του Κωνσταντίνου Τσάτσου αφιερωμένο στην «Ευτυχία Καλύβα», τα σχετικά βιβλία του Γιώργου Μανούκα, τέλος, δε, και τις αποφάσεις του ΟΗΕ, βασισμένες στην έρευνες της Ειδικής Επιτροπής για τα Βαλκάνια (UNSCOB).
Εγινα τότε μπαρούτι! Σιωπή; Συγκάλυψη; Συνενοχή; Αδιαφορία; Μα δεν είχε βρεθεί ούτε ένας –ένας!– από τους ποιητές μας, τους μεγάλους λογοτέχνες μας, τους αρθρογράφους ή καν τους ρεπόρτερ μας να συγκινηθεί και να κάμει το παιδομάζωμα αντικείμενο του έργου του; Αποφάσισα και –μολονότι άπειρη και όχι ιδιαίτερα προικισμένη– έγραψα ένα μυθιστόρημα, «Ο δραπέτης της Αυλώνας». Ηταν παιδικό, γιατί –κατά τους όρους του διαγωνισμού που οργάνωνε ετησίως η Γυναικεία Λογοτεχνική Συντροφιά– εάν τυχόν βραβευόταν θα εξασφάλιζε την έκδοσή του από την «Εστία». Το θέμα του βιβλίου όμως τρομοκράτησε τις κυρίες της κριτικής επιτροπής, τρομοκράτησε και τον εκδότη: οι πρώτες βρήκαν τη λύση να μην απομενηθεί Α΄ βραβείο σε κανέναν και ο δεύτερος μου σύστησε να το στείλω στους συνταγματάρχες που θα μου το εξέδιδαν σίγουρα! Φυσικά τέτοια λύση μού ήταν απαράδεκτη. Πήγα σε άλλον εκδοτικό οίκο, και άλλον και άλλον. Τελικά συγκέντρωσα από τον τηλεφωνικό κατάλογο όλους τους εκδοτικούς οίκους των Αθηνών και έναν έναν τους επισκέφθηκα. Αρνήθηκαν διαδοχικά όλοι. Ολοι!
Κανείς μα κανείς δεν άγγιζε τον «Δραπέτη». Κατάλαβα τότε το γιατί μια τέτοια φρίκη δεν άφηνε ίχνη ούτε στον Τύπο, ούτε στη λογοτεχνία, ούτε πουθενά: Το μακρύ μαχαίρι της κομμουνιστικής λογοκρισίας άστραφτε σε κάθε υποψία αναφοράς σε εγκλήματα του Κόμματος και η φοβέρα του βούλωνε τα στόματα. Τα ίδια είδαμε αργότερα με το βιβλίο του Γκατζογιάννη για την τραγική μητέρα του «Ελένη», τη σχετική ταινία που οι κνίτες εμπόδισαν να προβληθεί στην Αθήνα και τη «Μαύρη βίβλο του κομμουνισμού». Σιωπή απαραίτητη ώστε να χτίζουν σήμερα τη δική τους «ιστορική αλήθεια» πάνω στην παχυλή άγνοια που επικρατεί πια για τον σπαραγμό του Παιδομαζώματος.
*Η κ. Αθηνά Κακούρη είναι συγγραφέας.