Φόρτωση Text-to-Speech…
Μια εκτεταμένη παραλία ελληνικού νησιού προσφέρεται για μια εξίσου εκτεταμένη πολιτισμική παρατήρηση. Eνα αιφνιδιαστικό μονοπλάνο θα κατέγραφε διαφορετικές παρέες όλων των ηλικιών, συνήθειες, συζητήσεις, δραστηριότητες (οι ρακέτες προηγούνται σταθερά), διαφορετικούς σωματότυπους απολύτως απενοχοποιημένους (από τα καλά και απελευθερωτικά του καλοκαιριού) που βολτάρουν σε μια αυτοσχέδια πασαρέλα.
Oλα κυλούν με υπνωτιστική χαλαρότητα ώς τη στιγμή που εμφανίζεται ένα πολύ ηλικιωμένο ζευγάρι. Η γυναίκα δεν φοράει μόνο μαγιό, αλλά και ένα μακό μπλουζάκι, για να προφυλαχτεί ή να «προφυλάξει» από την έκθεση της φθοράς, εκείνος, κάπως υπέρβαρος, περπατάει με βοήθημα. Η προσπάθειά του γίνεται ακόμη πιο δύσκολη καθώς τα βαριά πόδια βυθίζονται στην άμμο και ο χρόνος που δαπανάει για να μετακινηθεί είναι υπερδιπλάσιος. Η σύζυγός του έχει προηγηθεί και ήδη κολυμπάει. Oταν φτάνει κι εκείνος στο σημείο με την πιο ομαλή πρόσβαση στη θάλασσα, καρφώνει το βοήθημα στην άμμο επιχειρώντας για ώρα και ύστερα στρέφεται με στόχο να μπει στο νερό. Τα καταφέρνει, με τη σύζυγο να τον συνοδεύει σε ετοιμότητα και από απόσταση.
Κι ύστερα συντελείται ένα μικρό θαύμα. Με το που πέφτει στη θάλασσα, το σώμα του μεταμορφώνεται. Γίνεται ανάλαφρο, σχεδόν νεανικό. Οι κινήσεις του στο κρόουλ που εναλλάσσεται με ύπτιο θυμίζουν κολυμβητή με νωχελική διάθεση. Eχει ρυθμό και μια στιβαρή χάρη. Μέσα στο νερό δεν έχει ηλικία. Ο χρόνος διαλύεται, η ακαμψία στα μέλη, αδιάψευστος μάρτυρας της ημερομηνίας γέννησης, έχει εξαφανιστεί. Oταν αναδύεται και προσπαθεί να στερεωθεί, έρχεται στην επιφάνεια και η σκληρή πραγματικότητα της ανημπόριας. Κάποιος άλλος κολυμβητής τον πλησιάζει με διακριτικότητα για να τον βοηθήσει.
Για το ζευγάρι της ιστορίας μας, το βαθύ γήρας είχε ηλιόλουστες ανάσες και στιγμές, μέσα στο νερό, αποδέσμευσης από τον χρόνο. Ποιος πολιτισμός θα τους στερούσε αυτήν την τελευταία χαρά;
«Θέλω να προσπαθήσω», του λέει εκείνος και δέχεται την υποστήριξή του μόνο λίγο πριν από την έξοδο. Παρακολουθώ την επιστροφή τους στην πανσιόν, που είναι θεμελιωμένη σχεδόν πάνω στην άμμο. Οι ρυθμοί επιβραδύνονται πάλι βασανιστικά (για τους παρατηρητές). Μαζί με τα βήματα, τώρα σέρνουν και δυο γαλάζιες πλαστικές καρέκλες, χαράζοντας ένα αυτοτελές μονοπάτι. Χάνονται και επανεμφανίζονται πίσω από τους μικρούς αμμόλοφους. Ανεβαίνουν με πολλή προσοχή, και λίγο πιο σκυφτοί από την προσπάθεια, τη σκάλα προς τα δωμάτιά τους. Αλλη μια μέρα έχει κερδηθεί.
Λέμε πολλά για τους ηλικιωμένους. Aλλοτε με επιείκεια, άλλοτε με κυνισμό. Ανάλογα με τον βαθμό συγγένειας. Οι γονείς ή η γιαγιά και ο παππούς χαίρουν, ίσως, σχετικής ασυλίας. Oχι πάντα. Η σκέψη ότι αποχωρούν ή ότι κράτησε περισσότερο από το όριο θραύσης (δικής μας συνήθως) η παραμονή τους στη ζωή διασχίζει σαν αστραπή την επικράτεια των σκέψεων. Είτε το παραδεχόμαστε είτε όχι. Εκείνοι όμως ξέρουν. Καταλαβαίνουν. Ακόμη κι όταν δεν το ομολογούν, ακόμη κι όταν οι σχέσεις γίνονται, κάποτε, τυραννικές και οι δεσμοί φροντιστικοί και ασφυκτικοί, εξίσου, σε εναλλασσόμενη διάθεση. Το ηλικιωμένο ζευγάρι έδειχνε αύταρκες. Χωρίς την ανάγκη οικογενειακών ή άλλων υπηρεσιών. Περνούσε τις διακοπές του στο νησί των Σποράδων, είχε οργανώσει τα δικά του «βήματα» στα ύστερα του βίου του. Η ισορροπία αυτή δεν είναι δεδομένη και μετατρέπεται σε όλο και πιο ασταθή. Κάποιος από τους δυο, σε αυτό το «ιδανικό» ζύγι των δυο, μπορεί να απέλθει πρώτος. Τότε όλα αλλάζουν.
Oμως το ελληνικό καλοκαίρι δείχνει φιλόξενο σε αυτήν την καταγραφή. Για όσους φυσικά μπορούν –και οικονομικά– να το αντέξουν. Η απόλαυση είναι ένα επόμενο στάδιο, με αυξημένο βαθμό δυσκολίας. Αλλά για το ζευγάρι της ιστορίας μας, το βαθύ γήρας είχε ηλιόλουστες ανάσες και στιγμές, μέσα στο νερό, αποδέσμευσης από τον χρόνο. Ποιος πολιτισμός θα τους στερούσε αυτήν την τελευταία χαρά;