Στο καφενείο όπου οι μουσικοί άφηναν ενέχυρο το δαχτυλίδι τους

Φόρτωση Text-to-Speech…

Για δεκαετίες, όποιος αναζητούσε μουσικούς στην Πρέβεζα ήξερε πού θα τους βρει. Δεν χρειαζόταν να γνωρίζει κάποιο όνομα ούτε να έχει προηγηθεί συνεννόηση. Αρκούσε να κατηφορίσει προς το Σαϊτάν Παζάρ, όπου λειτουργούσαν τα μουσικά καφενεία της πόλης. Ανάμεσά τους βρισκόταν και ο χώρος όπου στεγάζεται σήμερα το «Ανω Βλάντο». Εκεί σύχναζαν καθημερινά οργανοπαίκτες από την πόλη και τα γύρω χωριά, περιμένοντας κάποιον που θα τους έκλεινε για ένα πανηγύρι, έναν γάμο ή ένα ιδιωτικό γλέντι. Οι συμφωνίες κλείνονταν συχνά την τελευταία στιγμή και σε ορισμένες περιπτώσεις ο μουσικός άφηνε ως εγγύηση το δαχτυλίδι του και το έπαιρνε πίσω μετά τη δουλειά.

«Για να είναι σίγουρος εκείνος που έκλεινε τη συμφωνία ότι οι μουσικοί θα εμφανιστούν, άφηναν ενέχυρο το δαχτυλίδι τους», θυμάται ο κ. Σταύρος Κώστας, ιδιοκτήτης του καφενείου εδώ και μισό αιώνα. Η θέση του καφενείου στο Σαϊτάν Παζάρ, το πλακόστρωτο τμήμα της σημερινής οδού Χρήστου Κοντού, δεν ήταν τυχαία. Σε μια εποχή κατά την οποία η ζωή της Πρέβεζας περιστρεφόταν γύρω από το λιμάνι, από εκεί περνούσαν καθημερινά εργάτες, έμποροι, ταξιδιώτες, χωρικοί και μουσικοί που έφθαναν από διαφορετικές περιοχές της Ηπείρου.

Ο μουσικολόγος Βασίλειος Τριάντης, στη μελέτη του για τη δημοτική μουσική στην Πρέβεζα κατά τα τελευταία τριάντα χρόνια της ακμής του λιμανιού, από το 1930 έως το 1960, περιγράφει το Σαϊτάν Παζάρ ως το «σπίτι» πολλών από τους δημοτικούς μουσικούς της Πρέβεζας.

Στο καφενείο όπου οι μουσικοί άφηναν ενέχυρο το δαχτυλίδι τους-1
Δημοτικά, ρεμπέτικα και λαϊκά εξακολουθούν να ακούγονται στο καφενείο που υπήρξε κάποτε το «γραφείο» των μουσικών της Πρέβεζας. Φωτογραφία: Θεόφιλος Καζαντζίδης

«Το Σαϊτάν Παζάρ ήταν ένας πολυπολιτισμικός χώρος», αφηγείται ο κ. Τριάντης. Στα καφενεία του συναντιούνταν ντόπιοι, πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία, τον Πόντο και τη Θράκη, Αρβανίτες, Βλάχοι, Λευκαδίτες και Ξηρομερίτες. Η πλειονότητα των θαμώνων εργαζόταν στο λιμάνι: λιμενεργάτες, χαμάληδες, αραμπατζήδες και μαουνιέρηδες κατέληγαν μετά τη δουλειά στο καλντερίμι, όπου έπιναν κυρίως ούζο και άκουγαν μουσική. Μαζί τους έφθαναν χωρικοί που κατέβαιναν στην Πρέβεζα και διανυκτέρευαν μέχρι να συνεχίσουν το ταξίδι τους, έμποροι από τα Ιωάννινα και επισκέπτες που περίμεναν το καράβι για τον Πειραιά.

Την περίοδο 1930-1960, στα τελευταία χρόνια της μεγάλης ακμής του λιμανιού, στο Σαϊτάν Παζάρ λειτουργούσαν τρία μουσικά καφενεία.

Στο ίδιο στενό λειτουργούσε το ξενοδοχείο «Η Ελλάς», όπου έμεναν μουσικοί που έρχονταν στην πόλη και εντάσσονταν στις τοπικές ορχήστρες. Ανάμεσά τους βρέθηκαν ο δεξιοτέχνης του κλαρίνου Βασίλης Σαλέας και ο τραγουδιστής Τάκης Καρναβάς. Αυτή η συνύπαρξη ανθρώπων με διαφορετικές καταβολές άφησε το αποτύπωμά της και στη μουσική της πόλης.

Η παλαιότερη μαρτυρία που έχει εντοπίσει ο κ. Τριάντης για την ύπαρξη καφενείου στο στενό φθάνει στη δεκαετία του 1920. Την περίοδο 1930-1960, στα τελευταία χρόνια της μεγάλης ακμής του λιμανιού, στο Σαϊτάν Παζάρ λειτουργούσαν τρία μουσικά καφενεία.

Στο καφενείο όπου οι μουσικοί άφηναν ενέχυρο το δαχτυλίδι τους-2

«Οι άνθρωποι που έζησαν εκείνα τα χρόνια τα αποκαλούσαν μουσικά καφενεία ή και καφέ αμάν», διηγείται ο κ. Τριάντης. Η ονομασία δεν οφειλόταν μόνο στις ορχήστρες που εμφανίζονταν εκεί. Οι δημοτικοί μουσικοί περνούσαν στα καφενεία ολόκληρη την ημέρα, «είτε έπαιζαν είτε όχι». Εκεί τους αναζητούσαν οι καταστηματάρχες και οι διοργανωτές από τα χωριά που προετοίμαζαν τα πανηγύρια τους.

Ο ήχος από τα βιολιά, τα κλαρίνα και τα ντέφια απλωνόταν σε ένα καλντερίμι μήκους μικρότερου των εκατό μέτρων και πλάτους περίπου τριών. Οι ορχήστρες πληρώνονταν κυρίως με τις παραγγελίες. Οποιος ήθελε να ακούσει ένα συγκεκριμένο τραγούδι ή να χορέψει, έδινε χρήματα στους μουσικούς. Τα καφενεία ήταν πολύ μικρά και χωρούσαν το πολύ επτά ή οκτώ τραπέζια. Οταν γέμιζαν, οι υπόλοιποι θαμώνες έμεναν όρθιοι γύρω από τον πάγκο. Συχνά οι ορχήστρες έπαιζαν σχεδόν αντικριστά, καθεμία μέσα σε διαφορετικό καφενείο.

Στο καφενείο όπου οι μουσικοί άφηναν ενέχυρο το δαχτυλίδι τους-3
Από το μικρό καφενείο πέρασαν επίσης τραγουδιστές που στη συνέχεια γνώρισαν μεγάλη επιτυχία στο δημοτικό τραγούδι. Φωτογραφία: Θεόφιλος Καζαντζίδης

Το στέκι των μουσικών

Ενα από αυτά ήταν το σημερινό «Ανω Βλάντο». Το κτίσμα, που έχει διατηρήσει σε σημαντικό βαθμό την αρχική μορφή του, χρονολογείται στις αρχές του 20ού αιώνα. Μεσοτοιχία με το καφενείο βρίσκεται το σπίτι όπου ο Κώστας Καρυωτάκης έζησε τις τελευταίες ημέρες της ζωής του, το καλοκαίρι του 1928. Η λειτουργία του, όμως, δεν περιοριζόταν σε εκείνη ενός συνηθισμένου καφενείου. Για ένα διάστημα αποτέλεσε την έδρα του Σωματείου Λαϊκού Ασματος Πρεβέζης – Λευκάδας – Μαργαριτίου – Περιχώρων. Το σωματείο ιδρύθηκε το 1946, συγκαταλεγόταν στα ισχυρότερα σωματεία μουσικών της επαρχίας και σύμφωνα με τον κύριο Τριάντη το 1959 αριθμούσε 104 καταγεγραμμένα μέλη. Το καφενείο ονομαζόταν τότε «Στέκι των μουσικών – Η Αλληλοβοήθεια».

Η Πρέβεζα αποτελούσε το κέντρο μέσα από το οποίο δραστηριοποιούνταν και οι μουσικοί της περιφέρειάς της

Σε ένα γωνιακό τραπέζι, που έμοιαζε περισσότερο με γραφείο και διέθετε συρτάρια, φυλάσσονταν όλα τα έγγραφα του σωματείου. Εκεί καταβάλλονταν οι μηνιαίες συνδρομές και χορηγούνταν οι επαγγελματικές άδειες στους μουσικούς. Το παλιό τραπέζι παραμένει μέχρι σήμερα στο καφενείο.

«Μέσα στο συρτάρι βρήκαμε και τη σφραγίδα του σωματείου. Εδώ έκαναν τις εκλογές και τις συνελεύσεις τους», λέει ο κ. Σταύρος Κώστας. Η εμβέλεια του σωματείου ξεπερνούσε κατά πολύ τα όρια της πόλης. Στα μητρώα του περιλαμβάνονταν μουσικοί από τη Λευκάδα, το Μαργαρίτι, το Ξηρόμερο και τα χωριά του Φαναρίου Πρέβεζας. «Αυτό δεν σήμαινε πως όλοι αυτοί οι μουσικοί ζούσαν στην Πρέβεζα. Η Πρέβεζα απλά αποτελούσε το κέντρο μέσα από το οποίο δραστηριοποιούνταν και οι μουσικοί της περιφέρειάς της», αφηγείται ο κ. Τριάντης. Το σωματείο ωστόσο δεν περιοριζόταν στην τήρηση ενός μητρώου, καθώς χάρη στη δράση του ορισμένοι Πρεβεζάνοι μουσικοί κατόρθωσαν αργότερα να λάβουν σύνταξη.

Στο καφενείο όπου οι μουσικοί άφηναν ενέχυρο το δαχτυλίδι τους-4

«Η Πρέβεζα τότε μεσουρανούσε. Είχε μερικούς από τους καλύτερους μουσικούς της Ελλάδας»

Η Πρέβεζα δεν αποτελούσε μόνο τόπο συνάντησης και εύρεσης εργασίας αλλά και μια άτυπη μουσική σχολή. Οι παλαιότεροι μετέδιδαν στους νεότερους ρεπερτόριο και τεχνικές, ενώ μουσικοί από άλλες περιοχές εγκαθίσταντο στην πόλη για να μαθητεύσουν δίπλα στους σημαντικότερους οργανοπαίκτες της.

«Η Πρέβεζα τότε μεσουρανούσε. Είχε μερικούς από τους καλύτερους μουσικούς της Ελλάδας», λέει ο κ. Δημήτρης Κώστας. Ανάμεσά τους ξεχώριζαν ο κλαριντζής Νίκος Τζάρας και ο Βασίλης Μπεσίρης, γνωστός ως Τουρκοβασίλης, καθώς και ο Αλέκος Τζέμος και ο Νίκος Νταής ή Τίκος. Ο Μάκης Βασιλειάδης έφθασε στην Πρέβεζα από το Ισωμα της Πάτρας το 1954, σε ηλικία μόλις 14 ετών, για να μαθητεύσει κοντά στον βιολιστή Φώτη Ντίνου. Η πρώτη φορά που έπαιξε μπροστά σε κοινό ήταν στα καφενεία του Σαϊτάν Παζάρ. Αργότερα εξελίχθηκε σε έναν από τους σημαντικότερους δεξιοτέχνες του κλαρίνου.

Από το μικρό καφενείο πέρασαν επίσης τραγουδιστές που στη συνέχεια γνώρισαν μεγάλη επιτυχία στο δημοτικό τραγούδι, όπως ο Γιάννης Κωνσταντίνου και ο Αλέκος Κώστας, ο αδερφός του σημερινού ιδιοκτήτη. Γύρω από ορισμένα ονόματα, βέβαια, η τεκμηρίωση δίνει τη θέση της στην προφορική μνήμη. «Μου έχουν πει πως εδώ έχει παίξει ακόμη και ο Μάρκος Βαμβακάρης», λέει ο κ. Σταύρος Κώστας.

Στο καφενείο όπου οι μουσικοί άφηναν ενέχυρο το δαχτυλίδι τους-5
Στα χρόνια της ακμής του λιμανιού, στο στενό καλντερίμι του Σαϊτάν Παζάρ λειτουργούσαν τρία μουσικά καφενεία. Φωτογραφία: Θεόφιλος Καζαντζίδης

Σύμφωνα με την έρευνα του κ. Τριάντη, η έντονη μουσική ζωή του Σαϊτάν Παζάρ άρχισε να υποχωρεί λίγο πριν ή κατά τα χρόνια της δικτατορίας, ακολουθώντας την παρακμή του λιμανιού και τις οικονομικές και κοινωνικές αλλαγές στην πόλη.

Το σωματείο φαίνεται ότι έπαψε να υφίσταται περίπου το 1972. Το καφενείο, όμως, συνέχισε για χρόνια να επιτελεί άτυπα την ίδια λειτουργία. Ακόμη και όταν η επίσημη δραστηριότητα του φορέα άρχισε να υποχωρεί, οι μουσικοί συνέχισαν να συγκεντρώνονται στα ίδια τραπέζια.

«Εχω ακόμα στο μυαλό μου την εικόνα αντρών μέσα στο μαγαζί ντυμένων με την παλιά τους περιβολή, με τα ζωνάρια στη μέση. Και πάντα κάποιος έπαιζε μουσική στο μαγαζί, κυρίως δημοτικά και ρεμπέτικα», θυμάται ο κ. Δημήτρης Κώστας. Από τα μέσα της δεκαετίας του ’80 άρχισαν να ακούγονται συχνότερα και τα λαϊκά. Για την οικογένεια Κώστα, η μουσική ήταν αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητάς της.

Στις αρχές της δεκαετίας του ’80, ο Δημήτρης και ο αδελφός του είχαν μόλις επιστρέψει από το σχολείο, όταν ένας ναυτικός πέρασε από το μαγαζί πουλώντας ένα μπουζούκι. Ο πατέρας τους το αγόρασε και τους το έκανε δώρο. «Αυτό ήταν το έναυσμα για να γίνουμε κι εμείς μουσικοί», λέει ο κ. Δημήτρης Κώστας. Σήμερα οι δυο γιοι συνεχίζουν τη μουσική παράδοση της οικογένειας μέσα από το σχήμα «Απτάληδες», κάνοντας συχνά εμφανίσεις και στο μαγαζί. Ο πατέρας τους εξακολουθεί να περνάει το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας του πίσω από τον μικρό πάγκο. «Ανοίγω στις 8 το πρωί, κλείνω για λίγο το μεσημέρι να ξεκουραστώ και, όταν έχουμε μουσική, μένουμε ανοιχτοί μέχρι τα ξημερώματα. Πιο πολλές ώρες περνάω εδώ παρά στο σπίτι μου. Ή μάλλον, αυτό είναι το σπίτι μου».

Στο καφενείο όπου οι μουσικοί άφηναν ενέχυρο το δαχτυλίδι τους-6
«Πιο πολλές ώρες περνάω εδώ παρά στο σπίτι μου. Ή μάλλον, αυτό είναι το σπίτι μου», λέει ο κ. Σταύρος Κώστας. Φωτογραφία: Θεόφιλος Καζαντζίδης