Σιμόν Φόρτι (1935-2026): Ενα βότσαλο που σήκωσε κύματα στη λίμνη του χορού

Εχουμε συνηθίσει να ταυτίζουμε την τέχνη του χορού με την επί σκηνής θαυμαστή έκφραση των σωμάτων, την άρτια τεχνική και την παραγωγή ενός εντυπωσιακού θεάματος. Αυτή ήταν η παρακαταθήκη του κλασικού μπαλέτου, που θέλει τους χορευτές να αψηφούν τους φυσικούς νόμους, δίνοντας την εντύπωση ανθρώπων έτοιμων να πετάξουν. Η ιστορία όμως του μοντέρνου χορού στον 20ό αιώνα είναι η σταδιακή… επιστροφή τους στο έδαφος. Ηδη από το πρώτο μισό του αιώνα, η Ισιδώρα Ντάνκαν, η Μάρθα Γκράχαμ και, μπαίνοντας στη δεκαετία του ’50, η Αννα Χάλπριν, άρχισαν να αναζητούν μια πιο φυσική κίνηση, χρησιμοποιώντας ενεργά «το πάτωμα».

Μια Ιταλίδα εβραϊκής καταγωγής που έζησε και μεγαλούργησε στην Αμερική, η Σιμόν Φόρτι πήρε αυτή την κληρονομιά τη δεκαετία του ’60 και την οδήγησε στην απόλυτη αφαίρεση. Ως βασικό μέλος του Judson Dance Theater –της ριζοσπαστικής κολεκτίβας της Νέας Υόρκης που θεμελίωσε τον μεταμοντέρνο χορό εισάγοντας την απλή, καθημερινή κίνηση ως τέχνη– και δουλεύοντας δίπλα σε χορογράφους όπως ο πρωτοπόρος του αυτοσχεδιασμού Στιβ Πάξτον, αντιμετώπισε το σώμα ως βιολογικό οργανισμό, διαλύοντας την ψευδαίσθηση της «πτήσης» και προσεγγίζοντας την κίνηση μακριά από τη δραματική έκφραση ή τον λυρισμό.

«Το να φτιάχνεις ένα έργο τέχνης είναι σαν να σκουπίζεις όλη την άμμο και τα συντρίμμια για να αποκαλύψεις τελικά μία μόνο πέτρα», είχε πει, σε μια «παραβολική» δήλωση. Η σπουδαία πρωτοπόρος του χορού, της performance και των εικαστικών τεχνών πέθανε στις 29 Ιουλίου στο σπίτι της στο Λος Αντζελες σε ηλικία 91 ετών, από επιπλοκές της νόσου Πάρκινσον.

Λόγια συγχρόνων της, σπουδαίων προσωπικοτήτων του χώρου, φωτογραφίζουν την ποιότητά της. Ο Στιβ Πάξτον αποτύπωσε τον αντίκτυπο που είχαν οι πρώτες χορογραφίες της Φόρτι το 1961 ως εξής: «Αυτή η ομάδα έργων ήταν σαν ένα βότσαλο που ρίχτηκε σε μια μεγάλη, ακίνητη και εφησυχασμένη λίμνη. Οι κυματισμοί απλώθηκαν». Η εμβληματική χορογράφος Ιβόν Ράινερ, συνοδοιπόρος της στο Judson Dance Theater, είχε εκμυστηρευθεί πως η δημιουργική ζωή της ξεκίνησε τη μέρα που τη γνώρισε.

Η Σιμόν Φόρτι γεννήθηκε το 1935 στη Φλωρεντία, στους κόλπους μιας εύπορης εβραϊκής οικογένειας. Η παιδική της ηλικία διακόπηκε απότομα καθώς η σκιά των αντισημιτικών νόμων του Μουσολίνι ανάγκασε την οικογένειά της να διαφύγει στην Ελβετία και τελικά στην Αμερική το 1939. Η διαδρομή σημαδεύτηκε από σκληρές απώλειες, καθώς ο θείος της χάθηκε καθ’ οδόν προς το Αουσβιτς, προσθέτοντας ένα ακόμη τραύμα στον χαμό της μικρής της αδελφής σε βρεφική ηλικία.

Η οικογένεια βρήκε καταφύγιο στο Λος Αντζελες, στους λόφους του Χόλιγουντ. Στην επικλινή αυλή του σπιτιού, το μικρό κορίτσι άρχισε να ανακαλύπτει την ελευθερία του σώματος. Κατρακυλούσε με φόρα στην πλαγιά και κατέληγε πάνω σε έναν μαλακό θάμνο, θεωρώντας αυτή την αυθόρμητη πτώση πραγματικό χορό.

Η επίσημη επαφή της με τον μοντέρνο χορό έγινε στα δημόσια σχολεία της περιοχής, όπου η δασκάλα τής ζητούσε να αυτοσχεδιάζει διαρκώς. Το 1953 φοίτησε στο Reed College στο Ορεγκον, συναντώντας τον καλλιτέχνη Ρόμπερτ Μόρις. Το 1955 παντρεύτηκαν και μετακόμισαν στο Σαν Φρανσίσκο, όπου άρχισαν να παρακολουθούν μαθήματα στο εργαστήρι της πρωτοπόρου χορογράφου Αννας Χάλπριν. Εκεί, δουλεύοντας σε υπαίθριους χώρους ανάμεσα στα δέντρα, η νεαρή χορεύτρια ανέπτυξε μια βαθιά σωματική αντίληψη, μαθαίνοντας ότι ο σπουδαιότερος δάσκαλος είναι η ίδια η βαρύτητα.

Το 1959, η μετακόμιση στη Νέα Υόρκη την αποξένωσε αρχικά: της φαινόταν ένας «λαβύρινθος από τσιμεντένιους καθρέφτες». Σύντομη διέξοδος υπήρξαν τα μαθήματα του Ρόμπερτ Ελις Νταν, του μουσικού και χορογράφου που πάντρευε τις αρχές του ζεν βουδισμού και της τυχαιότητας. Εκεί, δίπλα στην Τρίσα Μπράουν και στον Στιβ Πάξτον, εγκατέλειψε κάθε ωραιοποίηση του παραδοσιακού χορού για χάρη της καθημερινής, πεζής κίνησης.

Την άνοιξη του 1961, στο λοφτ της Γιόκο Ονο, παρουσίασε τις ιστορικές «Κατασκευές Χορού». Τα έργα αυτά, ορόσημα της performance art, χρησιμοποιούσαν καθημερινά, φθηνά υλικά όπως κόντρα πλακέ και χοντρά σχοινιά. Στο «Huddle», μια ομάδα ανθρώπων σχημάτιζε μια συμπαγή μάζα από την οποία κάποιος αποσπάτο, σκαρφάλωνε πάνω στους άλλους και… επανενσωματωνόταν. Στο «Slant Board» και στο «See-Saw», οι ερμηνευτές «πραγματεύονταν» τη βαρύτητα σε κεκλιμένα επίπεδα και τραμπάλες, ενώ σε έργα όπως το «Hangers», τα «Platforms» και τα «Roller Boxes», το σώμα δοκιμαζόταν μέσα σε ξύλινες κατασκευές και… θηλιές. Η επίδραση στο περιβάλλον της ήταν ισχυρή: ενθάρρυνε τους χορευτές του Judson Dance Theater να εξερευνήσουν νέα εδάφη, ενώ η τέχνη της επηρέασε τα έργα του συζύγου της, Ρόμπερτ Μόρις. Παράλληλα, η σχέση της με το κίνημα Fluxus και τον ιδρυτή του, Τζορτζ Ματσιούνας, ταίριαξε απολύτως με τον στόχο της να κρατήσει τα πράγματα απλά, δίνοντας έμφαση στην ίδια την ιδέα πίσω από κάθε έργο. Στα τέλη της δεκαετίας του ’60 στη Ρώμη, μελέτησε την κίνηση των ζώων σε ζωολογικό κήπο, δημιουργώντας το έργο «Sleep Walkers». Αργότερα, στο CalArts, συνεργάστηκε με τον συνθέτη Charlemagne Palestine στα «Illuminations» (1971), συνδυάζοντας την κίνηση με ζωντανούς, υπνωτικούς ήχους πιάνου και μινιμαλιστικά drones. Τη δεκαετία του 1980, ξεκίνησε τα «News Animations»: έστρωνε εφημερίδες στο πάτωμα και αντιδρούσε σωματικά και προφορικά στα παγκόσμια γεγονότα! Παράλληλα, κατέγραψε τη σκέψη της σε βιβλία-ορόσημα, όπως το «Handbook in Motion» (1974) και το «Oh Tongue» (1996). Στην πανδημία συνέχισε να δημιουργεί, σχεδιάζοντας σε χαρτοσακούλες και φτιάχνοντας την αυτοσχέδια Masque-Culotte (μια μάσκα από εσώρουχο που φορούσε στις βόλτες της). Η αποθέωσή της ήρθε το 2023 με τον Χρυσό Λέοντα συνολικής προσφοράς στην Μπιενάλε της Βενετίας. Παρότι ομολόγησε στους New York Times πως αρχικά δεν είχε ιδέα για το πόσο τεράστιος θεσμός ήταν, δέχτηκε την τιμή με απόλυτη σεμνότητα, λέγοντας ότι την παραλαμβάνει «εκ μέρους της κοινότητας». Ο Βρετανός χορογράφος σερ Γουέιν ΜακΓκρέγκο, παραδίδοντάς της το βραβείο, τη χαρακτήρισε «αλχημίστρια της κίνησης». Εκείνη όμως μέχρι και τα τελευταία της χρόνια, που πάλευε με το Πάρκινσον, αρνήθηκε να πάρει τον εαυτό της στα σοβαρά και μετουσίωσε την αστάθειά της σε δημιουργία και παιχνίδι, λέγοντας ότι όταν παίρνει φόρα και χορεύει νιώθει «σαν παλιά Mπιούικ σε στροφή».