Σε έναν από τους κυριότερους αστάθμητους παράγοντες για την οικονομική σταθερότητα της Ευρώπης εξελίσσεται η κλιματική αλλαγή, με αποτέλεσμα η περιβαλλοντική προστασία να μετατρέπεται σε επείγουσα δημοσιονομική αναγκαιότητα.
Την ώρα που το οικονομικό αποτύπωμα από τις καταστροφικές πυρκαγιές που έπληξαν φέτος τη Νοτιοανατολική Ευρώπη εκτιμάται ήδη μεταξύ 15,6 και 19,1 δισ. ευρώ σύμφωνα με την AccuWeather (ζημίες σε περιουσίες, υποδομές, κόστος πυρόσβεσης, απομάκρυνση συντριμμιών και αναμενόμενες ασφαλιστικές απαιτήσεις), η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ετοιμάζεται να ασκήσει πιέσεις στα κράτη-μέλη ζητώντας τους να διοχετεύσουν αυξημένα κεφάλαια σε έργα πρόληψης και περιβαλλοντικής θωράκισης.
Η προστασία της φύσης δεν αποτελεί πολυτέλεια, αλλά αναγκαίο οικονομικό ανάχωμα, διεμήνυσε η Ευρωπαία επίτροπος Περιβάλλοντος Τζέσικα Ρόσγουολ, τονίζοντας ότι το κόστος της αδράνειας αυξάνεται εκθετικά απειλώντας όχι μόνο υποδομές και περιουσίες, αλλά και την ίδια τη βιομηχανική δραστηριότητα. «Η πρόληψη είναι η πρώτη γραμμή άμυνας. Είναι προφανές ότι πρέπει να επενδύσουμε περισσότερο στη φύση», δήλωσε σε συνέντευξή της στο ειδησεογραφικό πρακτορείο Reuters. Η ταχύτητα και η σφοδρότητα άλλωστε με την οποία εξαπλώνονται πλέον οι πυρκαγιές εγείρουν επιτακτικά ερωτήματα για το κατά πόσον οι χώρες επενδύουν αρκετά στη διαχείριση του περιβάλλοντος, όπως η αποψίλωση των δασών από την ξηρή, εύφλεκτη βλάστηση και η αποκατάσταση των υγροτόπων που μπορούν να λειτουργήσουν ως φυσικές αντιπυρικές ζώνες.
Η Κομισιόν έχει ήδη προτείνει το 35% του επόμενου κοινού προϋπολογισμού να κατευθυνθεί σε περιβαλλοντικά και κλιματικά μέτρα, αν και η πρόταση προκαλεί προβληματισμό σε περιβαλλοντικές οργανώσεις που εκφράζουν φόβους για παραγκωνισμό των αμιγώς οικολογικών έργων προς όφελος πιο κερδοφόρων ενεργειακών υποδομών. Την ίδια στιγμή οι Βρυξέλλες αναμένουν έως τον Σεπτέμβριο τα εθνικά σχέδια συμμόρφωσης με τη νομοθεσία για την αποκατάσταση της κατεστραμμένης φύσης, ξεκαθαρίζοντας ότι η χρηματοδότηση θα παρακολουθείται στενά ώστε να διασφαλιστεί η έμφαση στην πρόληψη των πυρκαγιών.
Οι Βρυξέλλες αναμένουν έως τον Σεπτέμβριο τα εθνικά σχέδια συμμόρφωσης με τη νομοθεσία για την αποκατάσταση του κατεστραμμένου περιβάλλοντος.
Οι επενδυτικές ανάγκες ποικίλλουν βέβαια μεταξύ των 27 κρατών-μελών της Ε.Ε., με τις μεσογειακές χώρες να πλήττονται συνήθως περισσότερο από τις καλοκαιρινές πυρκαγιές. Αλλά καθώς η κλιματική αλλαγή αυξάνει τον κίνδυνο πυρκαγιών ακόμη και σε βόρειες χώρες όπως η Φινλανδία και η Σουηδία, η Ρόσγουολ διεμήνυσε ότι «καμία περιοχή της Ευρώπης δεν θα μείνει αλώβητη», προσθέτοντας ότι η επενδυτική ανάγκη είναι «πραγματικά επείγουσα». «Δεν είναι πολυτέλεια, επειδή το κόστος, αν δεν το κάνουμε αυτό, θα αυξηθεί. Συνεργαζόμαστε με τα κράτη-μέλη και τους υπουργούς για την επείγουσα ανάγκη επενδύσεων όχι μόνο για την προστασία των σπιτιών μας αλλά και για την προστασία των βιομηχανιών μας», τόνισε.
Την ίδια στιγμή που ο δημόσιος τομέας αναζητάει βιώσιμα χρηματοδοτικά εργαλεία, οι διεθνείς κεφαλαιαγορές προσαρμόζονται ταχύτατα στα νέα δεδομένα του κλιματικού κινδύνου. Η αγορά των ομολόγων καταστροφής (catastrophe bonds) με έκθεση σε πυρκαγιές καταγράφει εκρηκτική άνοδο, με τις νέες εκδόσεις να ξεπερνούν τα 5 δισ. δολάρια φέτος και τη συνολική αγορά να αγγίζει το ιστορικό ρεκόρ των 61 δισ. δολαρίων.
Οπως επισημαίνει ο επικεφαλής του deVere Group Νάιτζελ Γκριν, τα εργαλεία αυτά εξελίσσονται από εξειδικευμένα ασφαλιστικά προϊόντα σε μια ανεξάρτητη κατηγορία περιουσιακών στοιχείων, η οποία προσελκύει θεσμικά κεφάλαια επειδή η πορεία τους είναι εντελώς ανεξάρτητη από την κίνηση των μετοχών και των ομολόγων. Η βελτίωση των μοντέλων αποτίμησης κινδύνου –ιδιαίτερα μετά τις καταστροφικές πυρκαγιές του Λος Αντζελες που προκάλεσαν ασφαλιστικές ζημίες ύψους 40 δισ. δολαρίων– επιτρέπει πλέον στους επενδυτές να τοποθετούν κεφάλαια με μεγαλύτερη ασφάλεια.
Παρά το γεγονός ότι η εν λόγω αγορά παραμένει επικεντρωμένη στις ΗΠΑ, η Ευρώπη θεωρείται το επόμενο «Ελντοράντο». Καθώς η Γηραιά Ηπειρος θερμαίνεται ταχύτερα από κάθε άλλη, η περαιτέρω ωρίμανση των μοντέλων αποτίμησης κινδύνου εκτιμάται ότι θα διευκολύνει την εισροή ιδιωτικών κεφαλαίων για την κάλυψη των κενών της παραδοσιακής ασφάλισης, επιβεβαιώνοντας τη σταδιακή μετατροπή της διαχείρισης του κλίματος σε πεδίο αυτόνομης επενδυτικής δραστηριότητας.