Φόρτωση Text-to-Speech…
Στις 7 Αυγούστου 1963, αργά το βράδυ, ένα τρένο των Βασιλικών Ταχυδρομείων αναχώρησε από τη Γλασκώβη για τον σταθμό Γιούστον του Λονδίνου. Εκτός από την αλληλογραφία, μετέφερε και μεγάλες ποσότητες χαρτονομισμάτων. Συνήθως τα τρένα αυτά μετέφεραν χαρτονομίσματα που η αξία τους ανερχόταν σε 300 χιλιάδες λίρες, αλλά λόγω της αργίας που είχε προηγηθεί, εκείνη την ημέρα το ποσό άγγιζε τα 2,3 εκατομμύρια λίρες (περ. 35 εκατομμύρια σημερινά ευρώ).
Το τρένο πέρασε από το Λέιτον Μπάζαρντ περίπου στις 3 τα ξημερώματα της 8ης Αυγούστου και, λίγο αργότερα, ο μηχανοδηγός αντίκρισε ένα κόκκινο φανάρι κοντά στη διασταύρωση Σίαρς. Το συγκεκριμένο φανάρι, όμως, δεν ήταν από αυτά που υπήρχαν κανονικά στη διαδρομή, αλλά ψεύτικο. Αφού το τρένο σταμάτησε, ο συνοδηγός βγήκε για να διαπιστώσει τι ακριβώς συνέβαινε. Τότε δέχθηκε επίθεση και ρίχτηκε κάτω από το ανάχωμα της σιδηροδρομικής γραμμής. Ταυτόχρονα, ένας άνδρας με καλυμμένο το πρόσωπό του ανέβηκε στο τρένο και χτύπησε τον μηχανοδηγό στο κεφάλι, αφήνοντάς τον αναίσθητο. Τα υπόλοιπα μέλη της συμμορίας αποσύνδεσαν τα περισσότερα βαγόνια, αφήνοντάς τα εκεί, εκτός από τα δύο που περιείχαν χαρτονομίσματα και δέματα μεγάλης αξίας και παρέμεναν συνδεδεμένα με την αναμμένη μηχανή.
Επειδή, όμως, τα αναχώματα στο σημείο ήταν απότομα και δεν διευκόλυναν την αφαίρεση της λείας, η συμμορία είχε σχεδιάσει να οδηγήσει το τρένο ένα μίλι πιο μακριά, στη γέφυρα Μπράιντγκοου, όπου θα τους περίμενε ένα αυτοκίνητο για τη μεταφορά της λείας σε κοντινό κρησφύγετο. Ωστόσο, το σχέδιό της βρέθηκε μπροστά σε ένα απρόσμενο πρόβλημα. Παρότι ένα από τα μέλη της είχε περάσει μήνες κοντά στους εργαζομένους εμφανιζόμενο ως λάτρης των τρένων –μάλιστα είχε οδηγήσει μερικά–, γρήγορα συνειδητοποίησε ότι ο χειρισμός του συγκεκριμένου τρένου ήταν πιο περίπλοκος. Η μόνη λύση για να φτάσουν στη γέφυρα, επομένως, ήταν να ξυπνήσουν τον μηχανοδηγό – όπως κι έγινε.
Οταν, τελικά, έφτασαν στον προορισμό τους, στήθηκε μια ανθρώπινη αλυσίδα από όλα τα μέλη της συμμορίας, η οποία απομάκρυνε ταχύτατα από το τρένο ό,τι πολύτιμο υπήρχε. Πριν φύγουν οι ληστές, διέταξαν τους υπαλλήλους των Ταχυδρομείων να περιμένουν 30 λεπτά πριν επικοινωνήσουν με την Αστυνομία. Το γεγονός αυτό έμμεσα μαρτυρούσε ότι το κρησφύγετό τους στην περιοχή βρισκόταν σε απόσταση μισής ώρας από το σημείο. Πράγματι, είχαν φροντίσει να νοικιάσουν ένα παλιό αγροτόσπιτο στην περιοχή Οκλι του Μπάκιγχαμσαϊρ.
Αμέσως ξεκίνησε μεγάλη έρευνα υπό την καθοδήγηση της Σκότλαντ Γιαρντ και ανώτερων αστυνομικών ντετέκτιβ από το Μπάκιγχαμσαϊρ. Παράλληλα, αεροσκάφη της RAF έτυχε να κάνουν ασκήσεις το ίδιο διάστημα στην περιοχή και να πετούν σε χαμηλό ύψος. Αποτέλεσμα τούτου ήταν τα μέλη της συμμορίας να τρομάξουν και να απομακρυνθούν άμεσα από το αγρόκτημα αντί να παραμείνουν κρυμμένα για αρκετές εβδομάδες, όπως είχαν αρχικά σχεδιάσει. Αυτή, όμως, η «δραστηριότητα» προκάλεσε υποψίες στους κατοίκους της περιοχής, οι οποίοι ενημέρωσαν τις Αρχές, που έσπευσαν εκεί.
Μέσα στο αγρόκτημα βρέθηκαν μεγάλες ποσότητες τροφίμων και άλλες προμήθειες, καθώς και υπνόσακοι, περιτυλίγματα χαρτονομισμάτων, σάκοι ταχυδρομείου και συστημένες επιστολές. Η έρευνα αποκάλυψε ακόμα πληθώρα δακτυλικών αποτυπωμάτων – μέχρι και στη Monopoly, που είχε παίξει η συμμορία με τα χαρτονομίσματα που έκλεψε. Στη συνέχεια, όλα τα μέλη της συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν σε δίκη.
Αξιοσημείωτο είναι πάντως ότι ένα από αυτά, ο Ρόνι Μπιγκς, ο οποίος είχε καταδικαστεί σε 30 χρόνια φυλάκισης και είχε καταφέρει να δραπετεύσει από τη φυλακή με ένα φορτηγό επίπλων ύστερα από 15 μήνες, επέστρεψε στο Ηνωμένο Βασίλειο μόλις τον Μάιο του 2001.
Επιμέλεια στήλης: Μυρτώ Κατσίγερα, Βασίλης Μηνακάκης, Αντιγόνη-Δέσποινα Ποιμενίδου, Αθανάσιος Συροπλάκης