Φόρτωση Text-to-Speech…
Λίγες χώρες έχουν αναγάγει σε τηλεοπτικό προϊόν τις μηνιαίες πολιτικές δημοσκοπήσεις και τις πολύωρες ζωντανές μεταδόσεις δασικών πυρκαγιών. Και αν για τις πρώτες υπάρχουν «πελάτες» (κόμματα, κανάλια, ιστοσελίδες κ.λπ.) αναρωτιέμαι για το κοινό των δεύτερων.
Το πρόσχημα είναι, φυσικά, η ενημέρωση των πολιτών. Υπάρχουν πολίτες που έχουν δικούς τους ή περιουσία στον τόπο της φωτιάς και θέλουν να πληροφορηθούν για την εξέλιξη της πυρκαγιάς. Σε αυτό το σημείο συναινούμε στην υπόθεση ότι οι άνθρωποι αυτοί ανήκουν στη μειοψηφία του 1% των Ελλήνων που δεν διαθέτουν κινητό τηλέφωνο. Επομένως –υποθέτουμε πάντα ότι– σε έναν κόσμο όπου κατά μέσον όρο περνάμε δύο ώρες και 11 λεπτά μπροστά σε κάποια οθόνη, η έσχατη πηγή ενημέρωσης είναι η τηλεόραση.
Οφείλει, επομένως, η τηλεόραση –κατά βάσιν, η δημόσια, θα προσθέταμε εμείς– να διαδραματίσει τον κοινωνικό της ρόλο: να ενημερώσει, να καλύψει ένα μείζον γεγονός εκτάκτου ανάγκης, που απειλεί ανθρώπινες ζωές, πολύτιμα οικοσυστήματα και περιουσίες.
Οταν οι φωτιές μετατρέπονται σε «θέαμα», η καταστροφή κανονικοποιείται και η παραίτηση παραμονεύει.
Η ελληνική περίπτωση, όμως, δεν είναι ακριβώς αυτή. Αφήνω στην άκρη τη γεωγραφική μονομέρεια (μια «μικρομεσαία» πυρκαγιά πέριξ του λεκανοπεδίου έχει πολύ περισσότερες πιθανότητες να αξιωθεί πανελλήνια μετάδοση σε σχέση με μια μεγαλύτερη εκτός Αττικής) και προσπαθώ να αντιληφθώ το νόημα της συνεχούς ροής. Γιατί αυτό που παρακολουθούμε στις οθόνες μας είναι εξαντλημένους συναδέλφους να επιχειρούν να καλύψουν το αναπόφευκτο κενό που δημιουργεί ο νεκρός χρόνος των μη πραγματικών γεγονότων.
Η ζωντανή τηλεόραση δεν αντέχει τα κενά. Δεν μπορεί να λες τα ίδια πράγματα επί μισή ώρα, όταν στο πεδίο δεν υπάρχει κάποια ουσιαστική εξέλιξη. Χρειάζεται να τροφοδοτήσεις το προϊόν με αυτό που έχεις «υποσχεθεί»: ένταση, δράμα, λεκτικές υπερβολές. Οι ίδιοι οι ρεπόρτερ, αποκαμωμένοι ύστερα από ατελείωτες ώρες στον αέρα, καλούνται να περιγράψουν ξανά και ξανά το ίδιο γεγονός, να γεμίσουν τον τηλεοπτικό χρόνο, να μιλήσουν ακόμη και όταν δεν υπάρχει κάτι καινούργιο να προσθέσουν. Κι εκεί βρίσκουν χώρο η κοινοτοπία και η εκδραμάτιση.
Το αποτέλεσμα είναι παράδοξο. Παρακολουθούμε επί ώρες τις φλόγες να καταπίνουν ανυπεράσπιστα δάση, πανικόβλητους κατοίκους και παραθεριστές να ζητούν βοήθεια, χωρίς να καταλαβαίνουμε πολύ περισσότερα για το τι πραγματικά συμβαίνει. Η κατάσταση είναι καλύτερη ή χειρότερη σε σχέση με την προηγούμενη σύνδεση; Πολλές φορές ακόμη και αυτή η πιο απλή πληροφορία χάνεται στον τηλεοπτικό ορυμαγδό. Και όταν οι φωτιές μετατρέπονται σε «θέαμα», η καταστροφή κανονικοποιείται, η αίσθηση του «αναπόφευκτου» ενισχύεται και η παραίτηση παραμονεύει. Καλώς, αν αυτό θέλουμε.