Φόρτωση Text-to-Speech…
Αντοχές εν μέσω ενός δύσκολου γεωπολιτικού σκηνικού εμφανίζει το δεύτερο τρίμηνο του έτους η ελληνική οικονομία. Τα στοιχεία για την ανάπτυξη της περιόδου Απριλίου – Ιουνίου, όσο μαινόταν ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή, θα δημοσιευτούν από την ΕΛΣΤΑΤ στις αρχές Σεπτεμβρίου. Ωστόσο, οι πρώτες ενδείξεις είναι ενθαρρυντικές, σύμφωνα με ανάλυση της Eurobank Research, η οποία επισημαίνει παρ’ όλα αυτά ότι οι γεωπολιτικές εξελίξεις εξακολουθούν να αποτελούν σημαντική πηγή αβεβαιότητας.
Αναλυτικά, ο δείκτης όγκου λιανικού εμπορίου, ο οποίος αποτυπώνει την αξία των πωλήσεων σε σταθερές τιμές, ανέκαμψε τον Μάιο καταγράφοντας μηνιαία αύξηση 3,4% έναντι μειώσεων 1,5% τον Απρίλιο και 0,4% τον Μάρτιο. Επίσης, σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία, ο ετήσιος ρυθμός αύξησης της απασχόλησης επιταχύνθηκε στο 1,2% τον Ιούνιο, από 0,9% τον Μάιο και 0,5% τον Απρίλιο. Σε επίπεδο τριμήνου, επιβραδύνθηκε μεν, αλλά λιγότερο από τις αρχικές εκτιμήσεις. Επιπλέον, η χρηματοδότηση των επιχειρήσεων διατηρήθηκε σε υψηλό ρυθμό, φτάνοντας σε 9,7% το β΄ τρίμηνο. Στο πεδίο του πληθωρισμού, μολονότι δεν έχουν εξασθενήσει οι υποκείμενες πιέσεις, σημειώθηκε επιβράδυνση στο 2,7% τον Ιούλιο, από 3,9% τον Ιούνιο. Ο δείκτης οικονομικού κλίματος διατηρήθηκε υψηλότερα από τον μακροχρόνιο μέσο όρο των 100 μονάδων, παρά την ήπια μείωση του Ιουλίου στις 107,6 μονάδες, από 108,2 τον Ιούνιο. Οσον αφορά τον δείκτη υπευθύνων προμηθειών (PMI) μεταποίησης, αυξήθηκε για τρίτο συναπτό μήνα στις 54,3 μονάδες τον Ιούλιο, υποδηλώνοντας βελτίωση των λειτουργικών συνθηκών του κλάδου. Τέλος, οι πρώτες εκτιμήσεις για την Ε.Ε. και την Ευρωζώνη έδειξαν ανάπτυξη 0,4% και 0,1% το β΄ τρίμηνο, περιορίζοντας τους κινδύνους για τις ελληνικές εξαγωγές προς το μπλοκ.
Μέχρι στιγμής, μεγαλύτερο σημείο προβληματισμού για τις επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας το 2026 αποτελεί η συμπεριφορά των ελληνικών νοικοκυριών, τα οποία είναι πιο ευάλωτα στην κρίση και αντιδρούν με τα μέτρα που έχουν στη διάθεσή τους, περιορίζοντας δηλαδή την κατανάλωση. Ηδη από το πρώτο τρίμηνο, η ιδιωτική κατανάλωση, που έχει αποτελέσει βασικό μοχλό της οικονομίας τα τελευταία χρόνια, διαμορφώθηκε σε χαμηλό πενταετίας (0,7%). Αποθαρρυντικό σε αυτό το πεδίο είναι ότι το β΄ τρίμηνο ο δείκτης καταναλωτικής εμπιστοσύνης παρέμεινε αποδυναμωμένος, αντανακλώντας την πίεση που δέχθηκαν τα νοικοκυριά από την άνοδο του ενεργειακού κόστους.