Φόρτωση Text-to-Speech…
Είναι πραγματικά αξιοθαύμαστη η ικανότητα του Ερίκ Βιγιάρ να ανιχνεύει, μέσα στην πηχτή ιστορική «σούπα», τα πρόσωπα εκείνα που ξεκλειδώνουν ολόκληρους κόσμους· που η αφήγηση του δικού τους βίου αναπλάθει μια ολόκληρη εποχή, συχνά με τρόπο εντελώς αναπάντεχο αλλά και διαυγή, σε σχέση με όσα έχουμε συνηθίσει να διαβάζουμε από τους συμβατικούς ιστορικούς μυθιστοριογράφους. Το έκανε στο εξαιρετικό «Ο πόλεμος των φτωχών», το επαναλαμβάνει και τώρα με το «Οι Ορφανοί: Μια ιστορία του Μπίλι δε Κιντ», το οποίο κυκλοφορεί επίσης από τις εκδόσεις Πόλις, σε μετάφραση Στύλβας Πράσσου.
Σε αντίθεση βέβαια με τον Τόμας Μίντσερ, τον εν πολλοίς άγνωστο ήρωα του «Πολέμου των φτωχών», εδώ στο επίκεντρο υπάρχει ένας αληθινός θρύλος του αμερικανικού Ουέστ: ο περίφημος παράνομος Μπίλι δε Κιντ, στον μυθιστορηματικό βίο του οποίου έχει βασιστεί σε μεγάλο βαθμό η σύγχρονη εικόνα των πιστολέρο της Αγριας Δύσης. Ο Βιγιάρ ωστόσο δεν ενδιαφέρεται για τους δημοφιλείς μύθους. Αντιθέτως, σαν προσεκτικός αρχαιολόγος, ξεχωρίζει τα (λίγα) ιστορικά στοιχεία, τα οποία θεωρεί πέραν αμφιβολίας αυθεντικά, για να ανασυνθέσει στη συνέχεια την υπόλοιπη αφήγηση με το δικό του λογοτεχνικό ιδίωμα.
«Εδώ οι πόρτες κλείνουν και οι αφηγήσεις σταματούν. Η πραγματική Ιστορία εκτυλίσσεται κεκλεισμένων των θυρών, ενώ η επίσημη Ιστορία περιμένει στο χαλάκι της εισόδου. Αγνοούμε τους ζουμερούς διαλόγους, τα έγγραφα γίνονται στάχτη μέσα στα τασάκια. Επιστρατεύουμε τη φαντασία μας», παραδέχεται ο Γάλλος συγγραφέας, εκθέτοντας στον αναγνώστη τον τρόπο εργασίας του και υπερασπίζοντας την ισορροπία ανάμεσα στον ερευνητή και τον λογοτέχνη. Αλλωστε η αληθινή ιστορία του Μπίλι δε Κιντ είναι τόσο φτωχή σε χειροπιαστά ντοκουμέντα, ώστε δεν βρίσκεται ούτε μία φωτογραφία του – αντιθέτως το εξώφυλλο του βιβλίου διακοσμείται με ένα πορτρέτο ενός άλλου τρομερού «ορφανού» της εποχής: του Τζέσε Εβανς και της νεαρής φίλης του, που κοιτούν στον φακό με την αυθάδεια που τους χαρίζει η οπλισμένη ελευθερία τους.

Κάθε κεφάλαιο, πάντως, αυτού του σύντομου, αλλά περιεκτικού βιβλίου ξεκινάει με μία φωτογραφία της εποχής, η οποία συχνά δίνει την αφορμή για να πυροδοτηθεί η φαντασία του συγγραφέα. Η γλώσσα του είναι πότε τραχιά, βγαλμένη θαρρείς από το πνεύμα του «Ματωμένου Μεσημβρινού» του Μακάρθι, και πότε σύγχρονα πνευματώδης: «Δεν γνωρίζουμε για ποιον λόγο ο Μπίλι είχε αποχωρήσει εκείνη την εποχή από την ομάδα του Τζέσε Εβανς και κατέληξε, ύστερα από μερικές περιπέτειες, στη συμμορία του Τάνστολ. Ισως να γοητεύθηκε από τους εκλεπτυσμένους τρόπους εκείνου του νεαρού Αγγλου, από τις λιγότερο βίαιες μεθόδους του, και ενδέχεται αυτή η έλξη να αποτελούσε έκφραση των ηθικών ενδοιασμών του. Οπως και να ‘χε, το επάγγελμα του κακοποιού συνεπάγεται μια κάποια επισφάλεια. Ετσι είναι ο επαγγελματικός βίος των μικροκακοποιών: προσλαμβάνονται εδώ κι εκεί, ανάλογα με τις ανάγκες, σαν εποχικοί εργάτες».
Ο Βιγιάρ, βέβαια, ασχολείται και με πιο «υψηλά ιστάμενους» κακοποιούς· βαρόνους των βοοειδών, φεουδάρχες δικαστικούς, διεφθαρμένους μέχρι το κόκαλο γερουσιαστές και όλους εκείνους τους ισχυρούς που χρησιμοποιούν όσους «έχουν γεννηθεί στη λάθος πλευρά της Ιστορίας», σαν τον Μπίλι, για τους σκοπούς τους. Ειρωνικά, ο δικός τους βίος, «ο θρυλικός βίος μερικών παρανόμων», όπως αναφέρεται στο βιβλίο, καθίσταται πηγή για την Ιστορία όλης της Αμερικής.