Ευοίωνες προοπτικές των ελληνικών τραπεζών

Φόρτωση Text-to-Speech…

Οι ελληνικές τράπεζες εισέρχονται στο δεύτερο εξάμηνο του 2026 έχοντας ολοκληρώσει σε μεγάλο βαθμό την αναδιάρθρωση που καθόρισε την τελευταία δεκαετία, ενώ οι οικονομικές προοπτικές της Ελλάδας παραμένουν υποστηρικτικές, σημειώνει η S&P.

Ειδικότερα, όπως επισημαίνει ο οίκος αξιολόγησης, ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων μειώθηκε σε περίπου 3,1% το 2025, το χαμηλότερο επίπεδο από τότε που η Ελλάδα εντάχθηκε στο ευρώ.

Οι επιχειρήσεις επωφελούνται πλέον από χαμηλότερο χρέος και ισχυρότερα αποθέματα ρευστότητας, ενώ τα νοικοκυριά επωφελούνται από την ιστορικά χαμηλή ανεργία και την αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος.

Αυτό αντικατοπτρίζεται στην απόδοση του νέου δανεισμού από το 2018, με περιορισμένες εισροές NPE και το κόστος κινδύνου των τραπεζών να αναμένεται να μειωθεί σε περίπου 45-50 μονάδες βάσης μέχρι το τέλος του 2028, όπως εκτιμά η S&P.

Παράλληλα, οι ελληνικές τράπεζες επωφελούνται από ένα ισχυρό χρηματοδοτικό προφίλ, το οποίο παρέχει ένα προστατευτικό «μαξιλάρι» σε ένα απαιτητικό διεθνές περιβάλλον. Η S&P αναμένει πως η κερδοφορία τους θα επωφεληθεί από την ισχυρή αύξηση των δανείων, με τη μέση πιστωτική επέκταση να κινείται στο 5% ετησίως το 2026-2028, και από πρωτοβουλίες μείωσης του κόστους. Ταυτόχρονα, τα κέρδη αποδοτικότητας και η στροφή προς τα έσοδα από προμήθειες και ασφάλειες θα ενισχύσουν την ανθεκτικότητα των εσόδων των τραπεζών, με την απόδοση ιδίων κεφαλαίων (ROTE) να διαμορφώνεται στο 13%-14% το 2026-2028.

Πάντως, το ελληνικό νομικό πλαίσιο και η συγκέντρωση χαρτοφυλακίου παραμένουν περιοριστικοί παράγοντες για τις τράπεζες, όπως σημειώνει. Το τραπεζικό σύστημα «πέρασε» στους servicers χρέος περίπου 80 δισ. ευρώ, που περιλαμβάνει δάνεια που χορηγήθηκαν στις λιγότερο βιώσιμες επιχειρήσεις και χρέος νοικοκυριών. Παρόλο που η S&P θεωρεί τον κίνδυνο για το τραπεζικό σύστημα περιορισμένο, οι διαδικασίες εκκαθάρισης είναι αργές, οι πλειστηριασμοί συχνά αποτυγχάνουν και η πρακτική συνέπεια είναι ότι ένα σημαντικό μερίδιο του πληθυσμού παραμένει ουσιαστικά χωρίς πρόσβαση σε χρηματοδότηση και τραπεζικές υπηρεσίες. Ταυτόχρονα, μια δεκαετία απομόχλευσης άφησε τα χαρτοφυλάκια δανείων συγκεντρωμένα σε λίγες μεγάλες εταιρείες, κάτι που αφήνει τις ελληνικές τράπεζες εκτεθειμένες σε ιδιοσυγκρασιακές πιέσεις, τονίζει η S&P.

Οσον αφορά την οικονομία, η S&P εκτιμά πως η ανάπτυξη της Ελλάδας, αν και θα επιβραδυνθεί στο 1,7% φέτος, θα παραμείνει ισχυρή και θα ξεπεράσει τη Ζώνη του Ευρώ. Αναμένει ότι οι δευτερογενείς επιπτώσεις από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή θα επηρεάσουν την οικονομική δραστηριότητα, ιδίως λόγω της απότομης αύξησης των τιμών της ενέργειας και της χαμηλότερης εξωτερικής ζήτησης. Πάντως προβλέπει ότι η ανάπτυξη θα διαμορφωθεί στο 1,9%-2% το 2027-2029, με ώθηση από την ενίσχυση της επενδυτικής δραστηριότητας και την αύξηση των πραγματικών μισθών.

Παρά τις σημαντικές μεταρρυθμιστικές προσπάθειες, τα διαρθρωτικά εμπόδια εξακολουθούν να περιορίζουν το πλήρες οικονομικό δυναμικό της Ελλάδας, επισημαίνει ωστόσο ο οίκος. Ο τομέας της δικαιοσύνης παραμένει ένα κρίσιμο σημείο συμφόρησης, με τις δικαστικές εκκρεμότητες να επιμένουν και τις μεταρρυθμίσεις να αποφέρουν περιορισμένα απτά αποτελέσματα.