Πού να αφήσω τα παιδιά μου τον Αύγουστο;

Φόρτωση Text-to-Speech…

Κάθε χρόνο, ήδη από τα τέλη Μαΐου, τις συζητήσεις μεταξύ των εργαζόμενων γονέων μονοπωλεί μία ερώτηση: «Τι θα κανονίσετε για τα παιδιά το καλοκαίρι;». Πρόκειται για μια αρκετά αγχωτική ερώτηση, που όταν δεν έχει απάντηση, φέρνει στον νου εικόνες μικρής καταστροφής: βαμμένοι τοίχοι με μαρκαδόρους, πλημμυρισμένες μπανιέρες γιατί θέλησαν να παίξουν μπουγέλο, βαριεστημένα πιτσιρίκια που δεν σταματούν να γκρινιάζουν. Για να αποφύγουμε, λοιπόν, όλες αυτές τις καταστάσεις, αναζητήσαμε τις πιο κατάλληλες επιλογές για τα παιδιά, ανάλογα με την ηλικία και την ιδιοσυγκρασία τους, συζητώντας με γονείς αλλά και με την Άσπα Πασπάλη, επιστημονική διευθύντρια του ΔΙ.ΚΕ.Ψ.Υ. (Διεπιστημονική και Ερευνητική Ψυχοκοινωνική Υποστήριξη Παιδιών και Ενηλίκων).

Είναι λύση τα summer camps;

«Προσφέρουν στο παιδί ρυθμό, κίνηση, δημιουργική δραστηριότητα, επαφή με συνομηλίκους και εμπειρίες έξω από το σχολικό περιβάλλον. Παράλληλα, οι γονείς μπορούν να εργάζονται γνωρίζοντας ότι εκείνο βρίσκεται σε οργανωμένο και ασφαλές πλαίσιο», παρατηρεί η Άσπα Πασπάλη, τονίζοντας ότι τα summer camps αποτελούν εξαιρετική ενδιάμεση λύση. Η Δανάη, δημόσιος υπάλληλος, στέλνει κάθε καλοκαίρι τον 11χρονο γιο της σε περισσότερα από ένα. «Φέτος, οι θέσεις σε καλοκαιρινό πρόγραμμα μεγάλου πολιτιστικού οργανισμού εξαντλήθηκαν σε μόλις επτά λεπτά», αναφέρει. Όσο για το κόστος; Υπολογίζει 1.000 ευρώ τον χρόνο. Βέβαια, απουσία νομικού πλαισίου, όλοι –από ιδιωτικούς παιδικούς σταθμούς έως μουσεία– διοργανώνουν και από ένα. «Είναι καλή η ποικιλία, ωστόσο δεν είναι όλοι γνώστες, γι’ αυτό συμβαίνουν και πολλά παρατράγουδα», σημειώνει. «Δεν αρκεί ένας εντυπωσιακός τίτλος», συμπληρώνει η κ. Πασπάλη, καθώς οι γονείς χρειάζεται να λάβουν υπόψη τους πάρα πολλές παραμέτρους (αριθμός παιδιών, συνθήκες ασφάλειας, δυνατότητα επικοινωνίας).

Επίσης, ένα summer camp «δεν χρειάζεται να είναι σχολείο χωρίς βιβλία», αφού είναι εξίσου σημαντικό να υπάρχει χρόνος για ελεύθερο παιχνίδι και αυθόρμητη κοινωνική επαφή. «Μια και δεν έχουμε ευρύτερη οικογένεια, θεωρεί αυτονόητο ότι θα πάει σε κάποιο camp. Ωστόσο, πλέον αφήνω δύο εβδομάδες χωρίς πρόγραμμα, διότι διαπιστώνω πόσο πολύ τού λείπει ο ύπνος και η ξεκούραση. Όταν πηγαίνει σε camp, ξυπνάει και πάλι στις 7 π.μ., όπως τον χειμώνα για το σχολείο», εξηγεί η Δανάη.

Να «στείλω» τα παιδιά στους παππούδες ή όχι;

«Δεν αποτελούν αυτονόητη υπηρεσία φύλαξης», υπενθυμίζει η κ. Πασπάλη. «Πολλοί εργάζονται ακόμη, άλλοι έχουν ζητήματα υγείας, διαφορετικές αντοχές ή απλώς θέλουν χώρο για τη δική τους ζωή. Η άρνηση ή ο περιορισμός χρόνου δεν σημαίνει έλλειψη αγάπης. Η μέση οδός μπορεί να βρεθεί μέσα από μια ειλικρινή και συγκεκριμένη συμφωνία: για πόσο διάστημα μπορούν να τα κρατήσουν, ποιες ημέρες χρειάζονται οι ίδιοι για να ξεκουράζονται, ποιος αναλαμβάνει τις μετακινήσεις και τα έξοδα και ποια είναι τα πραγματικά αδιαπραγμάτευτα θέματα φροντίδας και ασφάλειας».

Όσο για το τι προσφέρει η διαγενεακή συνύπαρξη; Από έναν διαφορετικό ρυθμό ζωής και την αίσθηση συνέχειας και ρίζας μέχρι μια σχέση που δεν περνά αποκλειστικά μέσα από το γονεϊκό βλέμμα. Για να λειτουργήσει, όμως, αρμονικά όλο αυτό, σύμφωνα με τη διευθύντρια του ΔΙ.ΚΕ.ΨΥ., οι παππούδες πρέπει «να αισθάνονται ότι προσφέρουν και όχι ότι χρησιμοποιούνται, ενώ οι γονείς χρειάζεται να αντέχουν το γεγονός ότι δεν θα είναι σε θέση να ελέγχουν κάθε λεπτομέρεια.

Από ποια ηλικία μπορώ να τα αφήνω μόνα τους στο σπίτι;

«Ως προς την παραμονή στο σπίτι χωρίς ενήλικα, δεν υπάρχει μία “μαγική” ηλικία», σχολιάζει η κ. Πασπάλη. «Αξιολογούμε κυρίως την αναπτυξιακή και συναισθηματική ετοιμότητα του παιδιού: αν μπορεί να ακολουθήσει κανόνες ασφαλείας, να χρησιμοποιήσει το τηλέφωνο, να ζητήσει βοήθεια, να διαχειριστεί ένα απρόοπτο και να αντέξει χωρίς έντονο φόβο. Άλλο είναι να μείνει ένα μεγαλύτερο παιδί μόνο του για μία ώρα και άλλο να περνά συστηματικά ολόκληρο το ωράριο εργασίας του γονέα χωρίς επίβλεψη. Για ένα παιδί του Δημοτικού, η δεύτερη περίπτωση δεν αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, αναπτυξιακά κατάλληλη σταθερή λύση. Η αυτονομία δεν σημαίνει να αναγκάζεται το παιδί να αντέξει την απουσία των ενηλίκων, επειδή δεν υπάρχει άλλη επιλογή. Χτίζεται σταδιακά, μέσα από μικρές και ασφαλείς δοκιμές».

Παιδιά στο γραφείο: λύση ανάγκης ή καλοκαιρινή κανονικότητα;

Τις «κενές» ημέρες του καλοκαιριού, η Έλσα και ο σύζυγός της, εργαζόμενοι στον ιδιωτικό τομέα, παίρνουν εναλλάξ την κόρη τους, που μόλις τελείωσε την Ε΄ Δημοτικού, στα γραφεία τους. Στις δουλειές τους αυτό δεν αποτελεί εξαίρεση, αλλά τον κανόνα. «Το ξεκινήσαμε μετά τη Γ΄ Δημοτικού, όταν δηλαδή ήταν σχετικά ώριμη να καταλάβει ότι έπρεπε να ακολουθήσει κάποιες οδηγίες», εξηγεί. Αν και αρχικά η Έλσα ήταν πολύ επιφυλακτική, σταδιακά αναγνώρισε θετικά στοιχεία. «Βλέποντας το περιβάλλον, τους συναδέλφους, τον διευθυντή μου, τον φόρτο εργασίας, νομίζω ότι άρχισε να “μπαίνει στο νόημα” για το τι εστί δουλειά και γιατί με βλέπει συχνά εξουθενωμένη ή αγχωμένη». Από την πλευρά της, η κ. Πασπάλη παρατηρεί ότι η δουλειά των γονιών δεν αποτελεί ιδεατό προορισμό. «Το γραφείο μπορεί να αποτελέσει μια περιστασιακή λύση, όταν το επιτρέπουν οι συνθήκες, όχι όμως ένα σταθερό καλοκαιρινό πλαίσιο. Ο εργασιακός χώρος δεν είναι σχεδιασμένος για τις ανάγκες ενός παιδιού, ενώ συχνά ούτε ο γονιός μπορεί να εργαστεί ούτε το παιδί να κινηθεί και να εκφραστεί ελεύθερα. Έτσι, εκείνο καταλήγει να προσπαθεί επί ώρες να προσαρμοστεί στις ανάγκες των ενηλίκων».

Οι ημέρες άδειας που έχουμε ως ζευγάρι δεν αρκούν για να κρατήσουμε το παιδί. Τι κάνουμε;

«Οι εναλλάξ διακοπές μπορεί να είναι μια πολύ καλή λύση», απαντά η κ. Πασπάλη. «Δίνει στο παιδί τη δυνατότητα να περάσει ξεχωριστό χρόνο με καθέναν από τους γονείς του και συχνά βιώνει πιο προσωπικές και ιδιαίτερες εμπειρίες μέσα σε αυτή τη συνθήκη. Χρειάζεται, ωστόσο, να μη μετατραπεί το καλοκαίρι σε μια διαρκή “σκυταλοδρομία” ενηλίκων. Τα παιδιά έχουν ανάγκη και από ένα σταθερό σημείο αναφοράς, από χρόνο χωρίς βαλίτσες και από κάποιες κοινές οικογενειακές στιγμές. Επίσης, είναι σημαντικό να λαμβάνονται υπόψη οι ανάγκες και οι αντοχές του ζευγαριού. Ένα οικογενειακό σύστημα στο οποίο όλοι έχουν εξαντληθεί για να εξασφαλίσουν στο παιδί όσο το δυνατόν περισσότερες ημέρες στη θάλασσα δεν είναι κατ’ ανάγκη το ιδανικότερο. Για το παιδί, μεγαλύτερη σημασία έχει η συναισθηματική διαθεσιμότητα του γονέα και η ποιότητα της κοινής εμπειρίας. Τα παιδιά δεν μετρούν το καλοκαίρι μόνο σε μπάνια, αλλά κυρίως σε αναμνήσεις σύνδεσης».

Η Ελισάβετ, μητέρα δύο παιδιών, πέντε και οκτώ ετών σήμερα, εργάζεται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα. «Υπήρξαν δύο καλοκαίρια που ζήτησα και μου έδωσαν δύο μήνες άδεια άνευ αποδοχών· δεν το είχα αποφασίσει ελαφρά τη καρδία, όμως δεν έχω βοήθεια από γιαγιάδες και παππούδες, τα παιδιά στην αρχή ήταν μικρά για να τα δεχθούν σε camps και στη συνέχεια γίνονταν δεκτά μόνο σε ιδιωτικά camps, το κόστος των οποίων, επί δύο, για οκτώ εβδομάδες ξεπερνούσε το ύψος του μισθού μου», εξηγεί. Στο μεταξύ, όμως, καθώς την ίδια σκέψη έκαναν και άλλοι συνάδελφοί της, στην υπηρεσία της αποφασίστηκε να μη χορηγούνται άδειες άνευ αποδοχών το καλοκαίρι. «Τώρα παίρνουμε εναλλάξ άδεια με τον σύζυγό μου, ώστε να είμαστε συνολικά έξι εβδομάδες μαζί με τα παιδιά, και για το υπόλοιπο διάστημα αναζητούμε κάποιο δημόσιο camp έναντι χαμηλού αντιτίμου».

Τι να προσέξω όταν τα στείλω κατασκήνωση;

«Περισσότερο από την ηλικία μετράει η ετοιμότητα: αν το παιδί επιθυμεί να πάει, αν έχει καταφέρει να κοιμηθεί εκτός σπιτιού, αν μπορεί να φροντίσει βασικές ανάγκες του, να εκφράσει ότι κάτι το δυσκολεύει και να απευθυνθεί σε έναν ενήλικα όταν χρειάζεται βοήθεια. Η κατασκήνωση δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ως δοκιμασία αντοχής ή ως μέσο για να “σκληραγωγηθεί” ένα παιδί που δεν είναι ακόμη έτοιμο», αναφέρει η κ. Πασπάλη. «Για ένα πρώτο καλοκαίρι, η παρουσία ενός φίλου μπορεί να λειτουργήσει ως γέφυρα ασφάλειας. Δεν είναι όμως απαραίτητη προϋπόθεση. Χρειάζεται, επίσης, να διακρίνουμε την αναμενόμενη νοσταλγία των πρώτων ημερών από μια επίμονη και έντονη ψυχική ή σωματική δυσφορία. Το παιδί πρέπει να γνωρίζει ότι οι γονείς θα το ακούσουν και ότι, αν υπάρξει σοβαρό πρόβλημα, δεν είναι υποχρεωμένο να παραμείνει μέχρι το τέλος, μόνο και μόνο επειδή η κατασκήνωση έχει πληρωθεί».

Η Σοφία στέλνει τα δύο παιδιά της κατασκήνωση ήδη από την Α΄ Δημοτικού, κατά κανόνα μαζί με κάποιον συμμαθητή φίλο τους. «Κάθε χρόνο οι εντυπώσεις διαφέρουν, και αυτό εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, όπως η προσωπικότητα του ομαδάρχη, οι υποδομές, ο καιρός… Έτσι, άλλοτε επιστρέφουν ενθουσιασμένα και άλλοτε με σοβαρά παράπονα, ποτέ όμως δεν έχουν ζητήσει να επιστρέψουν στην Αθήνα». Σημαντική σημείωση: το κόστος των ιδιωτικών κατασκηνώσεων έχει αυξηθεί σημαντικά και δεν καλύπτεται από όλα τα ασφαλιστικά ταμεία.

Το καλοκαίρι είναι πιο δύσκολο όταν έχεις μοναχοπαίδι;

«Μπορεί να απαιτείται λίγο μεγαλύτερη διευκόλυνση από την πλευρά των γονέων, επειδή δεν υπάρχει στο σπίτι ένα αδελφάκι ως άμεσα διαθέσιμη συντροφιά», απαντά η κ. Πασπάλη. «Αυτό δεν σημαίνει, όμως, ότι το μοναχοπαίδι είναι καταδικασμένο στη μοναξιά, αφού ορισμένα έχουν αναπτύξει μεγάλη ικανότητα να παίζουν μόνα τους και να δημιουργούν. Άλλα μπορεί να στρέφονται συνεχώς προς τον γονέα, περιμένοντας να γίνει ο αποκλειστικός τους συμπαίκτης. Εκεί χρειάζεται μια ισορροπία: ο γονιός μπορεί να οργανώνει σταθερές συναντήσεις με φίλους, ξαδέλφια ή άλλες οικογένειες, χωρίς να αναλαμβάνει να ψυχαγωγεί το παιδί αδιάκοπα. Το μοναχοπαίδι δεν χρειάζεται καθημερινά ένα εντυπωσιακό πρόγραμμα. Χρειάζεται ένα κοινωνικό δίκτυο, ευκαιρίες για ουσιαστική επαφή και την άδεια να ανακαλύψει τι μπορεί να κάνει και μόνο του».