Φόρτωση Text-to-Speech…
Zούμε με σώματα παλαιολιθικά σε ένα μεταβιομηχανικό κόσμο. Οι συνθήκες και ο τρόπος ζωής μας εξελίσσονται, με τη δική μας σε μεγάλο βαθμό επίδραση, τόσο γρήγορα, που η βιολογία μας δεν προλαβαίνει να ακολουθήσει. Με λίγα λόγια, εξελισσόμαστε πιο αργά από το περιβάλλον μας. «Το φυσικό και πολιτισμικό περιβάλλον μας αλλάζει πλέον ταχύτατα. Η βιολογική εξέλιξη του είδους μας δεν μπορεί να ακολουθήσει αυτόν τον ρυθμό, οπότε χρησιμοποιούμε την επιστήμη, την ιατρική και την τεχνολογία ώστε να ξεπεράσουμε τα προβλήματα προσαρμογής που έχουμε. Κάνουμε το παραπάνω βήμα που χρειάζεται για την προσαρμογή μέσω της επιστήμης. Αυτό είναι κάτι νεωτερικό σε σχέση με τα χιλιάδες χρόνια ανθρώπινης εξέλιξης», περιγράφει στην «Κ» η Χριστίνα Παπαγεωργοπούλου, καθηγήτρια Φυσικής Ανθρωπολογίας στο Τμήμα Ιστορίας και Εθνολογίας του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης. Ασχολείται ερευνητικά με την εξέλιξη του homo sapiens και εξηγεί ότι η βιολογία του σύγχρονου άνθρωπου έχει ακόμη πολλά κατάλοιπα του παρελθόντος. «Ως οργανισμοί δεν μπορούμε να ανταποκριθούμε τόσο γρήγορα στις αλλαγές, τις οποίες μάλιστα πολλές φορές εμείς οι ίδιοι προκαλούμε», λέει. Αποτέλεσμα της αναντιστοιχίας μεταξύ της εξέλιξής μας και των σύγχρονων συνθηκών ζωής είναι πολλές από τις ασθένειες της εποχής μας.
Γιατί παχαίνουμε;
Eνα ίσως από τα πλέον καυτά ερωτήματα της εποχής μας είναι: «Γιατί παχαίνουμε;». «Το σώμα μας είναι φτιαγμένο για να αποθηκεύει λίπος, το οποίο θα χρησιμοποιήσει όταν δεν υπάρχει αρκετή τροφή για να επιβιώσει», λέει η κ. Παπαγεωργοπούλου. «Θέλουμε να τρώμε συνέχεια και προτιμάμε τα τρόφιμα που έχουν υψηλή θερμιδική αξία γιατί ο εγκέφαλός μας εξελίχθηκε σε περιβάλλον έλλειψης τροφής». Η βιολογική αυτή συνθήκη μάς έχει κληροδοτηθεί από την εποχή των τροφοσυλλεκτών, όταν η τροφή δεν ήταν διαθέσιμη παρά σε μικρές ποσότητες και υπό συγκεκριμένες συνθήκες. «Ακόμη και όταν γίναμε γεωργοί και πάλι οι ποσότητες ήταν περιορισμένες και οι καλλιέργειες ευάλωτες στις καιρικές συνθήκες», συμπληρώνει. «Οι κυνηγοί τροφοσυλλέκτες έτρωγαν περισσότερο κρέας. Η διατροφή τους ήταν τα ζώα που σκότωναν και οι καρποί που μάζευαν. Oταν αρχίσαμε να καλλιεργούμε, τρώγαμε περισσότερες θερμίδες αλλά λιγότερη πρωτεΐνη. Και στις δύο περιπτώσεις, όμως, οι πρόγονοί μας συνέχεια ζούσαν υπό τον κίνδυνο ότι δεν θα υπάρχει επάρκεια τροφής. Για να επιβιώσουν, λοιπόν, προτιμούσαν τροφές με περισσότερες θερμίδες. Επίσης, το σώμα τους διαμορφώθηκε σταδιακά μέσα σε χιλιάδες χρόνια ώστε να μπορούν να αποθηκεύσουν λίπος. Με αυτόν τον τρόπο είχαν περισσότερες πιθανότητες να επιβιώσουν σε περιόδους πείνας. Σήμερα, παρόλο που έχουμε άφθονη τροφή, ο εγκέφαλος και ο μεταβολισμός μας λειτουργούν σαν να υπάρχει συνεχής κίνδυνος λιμού».
Ακόμη περισσότερο, οι άνθρωποι που είχαν τη μεγαλύτερη δυνατότητα αποθήκευσης λίπους ήταν και αυτοί που επιβίωσαν με βάση τη φυσική επιλογή για χιλιάδες χρόνια μέχρι και σήμερα. Κατά συνέπειαν, μεγάλο μέρος του πληθυσμού έχει ροπή προς την παχυσαρκία.
Το σώμα μας είναι εξελικτικά προγραμματισμένο να αντιστέκεται στη μείωση του λίπους. «Αυτός είναι και ο λόγος που όταν προσπαθούμε να μειώσουμε το βάρος μας λέμε ότι χρειάζονται συχνά και μικρά γεύματα. Αν ο οργανισμός μας αισθανθεί ότι δεν υπάρχει τροφή, αρχίζει να μειώνει τον μεταβολισμό για να μας προστατεύσει», εξηγεί η κ. Παπαγεωργοπούλου.
«Η μεγάλη αποθήκευση λίπους στους γλουτούς για τις γυναίκες είναι επίσης εξελικτικό κατάλοιπο. Βοηθούσε να έχουν αντοχές στη διάρκεια της εγκυμοσύνης, της γέννας και του θηλασμού», συμπληρώνει.
Σε μια καρέκλα
Και ο σκελετός μας, όμως, έχει σχηματιστεί για να ανταποκρίνεται σε εντελώς διαφορετικές συνθήκες από τον σημερινό τρόπο ζωής. «Η δίποδη βάδιση, που την τοποθετούμε πριν από 1,5 εκατ. χρόνια, προκαλεί μεγάλη πίεση στη μέση και στα γόνατα. Το γεγονός ότι δεν περπατάμε και οι μύες μας δεν ενεργοποιούνται επιβαρύνει ακόμη περισσότερο το μυοσκελετικό μας σύστημα και προκαλεί τον πόνο στη μέση, από τον οποίο υποφέρουν σήμερα ένας στους δύο ανθρώπους». Οι ιατρικές συμβουλές μιλούν για τη συμβολή της κίνησης και κυρίως του περπατήματος στη διατήρηση της υγείας. Oμως όσο και να προσπαθήσουμε σήμερα, δεν είναι δυνατόν να αξιοποιήσουμε πλήρως τις προδιαγραφές του σώματός μας. «Οι κυνηγοί τροφοσυλλέκτες μπορούσαν να περπατήσουν έως και 45 χιλιόμετρα τηη ημέρα», αναφέρει η κ. Παπαγεωργοπούλου. Φαίνεται πάντως ότι το να διανύσουν μια απόσταση 9-15 χιλιομέτρων την ημέρα ήταν η κανονικότητά τους. Οι δρομείς μεγάλων αποστάσεων χρωστούν τη δυνατότητά τους να αντέχουν ακριβώς στον ανθρώπινο σκελετό, που εξελίχθηκε για να μπορούμε να κυνηγήσουμε την τροφή μας. Δεν μπορούμε να αναπτύξουμε μεγάλες ταχύτητες, αλλά αντέχουμε το περπάτημα. «Oμως είμαστε το μοναδικό θηλαστικό που μπορεί να τρέξει μαραθώνιο και μάλιστα μέσα στη ζέστη», αναφέρει ο ανθρωπολόγος στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ Ντάνιελ Λίμπερμαν στο βιβλίο του η «Ιστορία του Ανθρώπινου Σώματος».
Θέλουμε να τρώμε συνέχεια γιατί ο εγκέφαλός μας εξελίχθηκε σε περιβάλλον έλλειψης τροφής, αναφέρει η Χριστίνα Παπαγεωργοπούλου, καθηγήτρια Φυσικής Ανθρωπολογίας στο Δημοκρίτειο.
H φυσική κίνηση εκλείπει όλο και περισσότερο τα τελευταία 150 χρόνια. «Οι περισσότεροι άνθρωποι ασχολούνταν με αγροτικές εργασίες, μετακινούνταν με τα πόδια και χρησιμοποιούσαν πολύ το σώμα τους για τις δουλειές του σπιτιού», λέει η κ. Παπαγεωργοπούλου.
«Ο καθηγητής Ντάνιελ Λίμπερμαν δίνει ένα πολύ ωραίο παράδειγμα: “Ενας υπάλληλος στην υποδοχή ενός ξενοδοχείου δαπανά καθημερινά στη δουλειά του την ενέργεια που μπορεί να προσλάβει από τρία γλασαρισμένα ντόνατς. Ενας ανθρακωρύχος θα χρειαζόταν να φάει δεκαπέντε ντόντατς για να παραμείνει σε ενεργειακή ισορροπία. Τίποτα κατά τα τελευταία εκατομμύρια χρόνια ανθρώπινης ιστορίας δεν έχει αλλάξει την ενεργειακή δυναμική των ανθρώπων περισσότερο από τη μικρού ενεργειακού κόστους εργασία μπροστά σε μια μηχανή που λειτουργεί με ηλεκτρική ενέργεια”».
Ανάλογο κατάλοιπο του μακρινού παρελθόντος μας φαίνεται ότι είναι και η δυσανεξία στη λακτόζη και στη γλουτένη, οι οποίες είναι γενετικά κατάλοιπα πολύ μακρινών εποχών και δεν έχουν σχέση με αλλεργίες.
Οι πρόγονοί μας σταματούσαν να πίνουν γάλα μόλις τελείωνε ο θηλασμός. Κατά συνέπειαν, δεν χρειαζόταν να αναπτύξουν τη δυνατότητα πέψης της λακτόζης. Η δυσανεξία στη λακτόζη, λοιπόν, είναι κατά κάποιον τρόπο φυσική. «Στην Ελλάδα και στην Ευρώπη η κτηνοτροφία έφτασε το 6.500 π.Χ. και χρειάστηκαν περίπου 3.000 χρόνια για να αναπτύξουμε την ικανότητα και ως ενήλικοι να πέπτουμε τη λακτόζη» επισημαίνει η κ. Παπαγεωργοπούλου. Σήμερα το ποσοστό των ενηλίκων στη Βόρεια Ευρώπη που είναι ανεκτικοί στη λακτόζη φτάνει σχεδόν στο 100%. Η εξέλιξη αυτή έγινε, σύμφωνα με έρευνες, μέσω της φυσικής επιλογής και αυτό με τη σειρά του δείχνει ότι οι άνθρωποι που κατανάλωναν γάλα είχαν κάτι πιο ισχυρό σε σχέση με αυτούς που δεν κατανάλωναν.
Αναλόγως οι άνθρωποι που έχουν δυσανεξία στη γλουτένη έχουν διατηρήσει με κάποιον τρόπο ένα εξελικτικό κατάλοιπο των χιλιάδων ετών που είμασταν κυνηγοί – τροφοσυλλέκτες και άρα δεν τρώγαμε καθόλου δημητριακά.
Τα δόντια
Η μελέτη της οδοντοστοιχίας προϊστορικών σκελετών έδειξε κάτι εξαιρετικά ενδιαφέρον: Στους σκελετούς που εξετάζονται δεν εντοπίζεται συνωστισμός δοντιών, κάτι που είναι παράξενο σε σχέση με τη συχνότητα που συμβαίνει κάτι τέτοιο σήμερα και οδηγεί μεγάλο ποσοστό των παιδιών σε ορθοδοντικές θεραπείες.
«Φαίνεται ότι οι πρόγονοί μας είχαν μεγαλύτερες γνάθους», λέει η κ. Παπαγεωργοπούλου, κάτι που σχετίζεται με τις τροφές που έτρωγαν και το πόσο δεν χρειαζόμαστε σήμερα τόσο δυνατή γνάθο.
Για πρώτη φορά στην ιστορία του ανθρώπου οι όποιες αδυναμίες μας, τα όριά μας επεκτείνονται χάρις στην επιστήμη και στην τεχνολογία. Κάτι που όμως έχει διπλή επίδραση στην ικανότητά μας να επιβιώνουμε. Από τη μια μας δίνει τα όπλα να αντεπεξέλθουμε σε συνθήκες που σε διαφορετική περίπτωση μπορεί για αρκετούς από εμάς να ήταν ιδιαίτερα επιβαρυντικές ή και μοιραίες. Από την άλλη, μας «καλομαθαίνει» και εμποδίζει την ανάπτυξη της εξελικτικής μας ικανότητας. Γινόμαστε έτσι λιγότερο ανθεκτικοί στις μεταβολές περιβάλλοντος, φυσικού ή τεχνητού.