Φόρτωση Text-to-Speech…
Πρέπει να ήταν γύρω στα 10 όταν είδε για πρώτη φορά τον εαυτό του στο προφίλ της μητέρας του. «Θυμάμαι να κάθομαι δίπλα στη μαμά μου, η οποία είχε ανοιχτό το λάπτοπ στον τοίχο της στο Facebook και φαινόταν ότι είχε αναρτήσει εκεί φωτογραφίες μου», λέει στην «Κ» ο 21χρονος Μάνος. Η αντίδρασή του ήταν άμεση. «Θυμάμαι να λέω και τότε και πάντα ότι δεν θέλω να υπάρχουν πληροφορίες για μένα online, ειδικά χωρίς να γνωρίζω ακριβώς τι», τονίζει.
Δεν είναι ότι ο ίδιος δεν έχει λογαριασμούς στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Αλλά είναι όλοι κλειστοί, οι διαδικτυακοί φίλοι του απαρτίζονται μόνο από αληθινούς φίλους του, ανθρώπους που γνωρίζει και στην πραγματική ζωή. Δεν έχει καν φωτογραφία του στο WhatsApp – είναι πολύ ιδιωτικός άνθρωπος, σημειώνει. Και, εν πάση περιπτώσει, δηλώνει ότι στα δικά του προφίλ αποφασίζει εκείνος τι θα μοιραστεί.
«Με ενοχλεί ότι υπάρχει κόσμος που δεν ξέρω, φίλοι της μαμάς μου που δεν έχω γνωρίσει ποτέ, και ξέρουν το όνομά μου, πότε έχω γενέθλια, τι μπορεί να είπα που της φάνηκε αστείο», εξηγεί. Πιο πολύ τον ενοχλεί ότι έχει περιοδικά αναρτήσει φωτογραφίες του όταν ήταν μωρό, αναφέρει, «παρά το ότι δεν με ακούει και συνεχίζει να το κάνει». Αισθάνεται, εν μέρει, ότι δεν έχει ο ίδιος λόγο στην ταυτότητά του.
Το Facebook δημιουργήθηκε το 2004, αλλά άρχισε να χρησιμοποιείται μαζικά από το 2006. Αντιστοίχως, το Instagram ιδρύθηκε το 2010, αλλά από το 2012 άρχισαν αρκετοί να δημιουργούν τους λογαριασμούς τους. Κατά τη διάρκεια της πρώιμης περιόδου των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, οι περισσότεροι χρήστες τα αντιμετώπιζαν με αφέλεια και αθωότητα – δεν είχαν γίνει ακόμη συνείδηση οι διάφοροι κίνδυνοι που ενέχει η υπέρμετρη χρήση τους, ο ζόφος του oversharing.
Ορισμένοι από εκείνους τους πρωτοποριακούς χρήστες είχαν γίνει ταυτόχρονα γονείς. Πώς έχουν μεγαλώσει τα παιδιά τους, τα πρώτα παιδιά των οποίων η ψηφιακή ταυτότητα προϋπήρξε αυτής που εντέλει δημιούργησαν, και ακόμη δημιουργούν, οι ίδιοι; Ποιος είναι ο αντίκτυπος;
«Ανέβαζαν και εμένα και τον αδελφό μου», λέει η 16χρονη Ανθή Καραπιδάκη, «και τώρα που έχω μεγαλώσει βλέπω πόσο επικίνδυνο είναι αυτό». Τόσο εκείνη όσο και άλλοι συνομήλικοί της, που μίλησαν στην «Κ» στο πλαίσιο του εν λόγω ρεπορτάζ, αναφέρονται κατευθείαν στη δυνητική κακόβουλη χρήση των παιδικών φωτογραφιών τους.
«Πρέπει να προσέχει»
Είναι ανησυχητικό, σημειώνει ο Αγγελος Ράγκος, το πώς μπορούν να χρησιμοποιηθούν τέτοιες φωτογραφίες. «Μας έχουν κάνει σεμινάρια στο σχολείο», δηλώνει. «Αντιλαμβάνομαι ότι είναι ένας τρόπος να δείξει ο γονιός ότι αγαπάει το παιδί του», συμπληρώνει, «αλλά πρέπει να προσέχει, έχει σημασία να μη βλέπουν τις φωτογραφίες άνθρωποι κακόβουλοι».
Δεν είναι όμως το μόνο ζήτημα που προκύπτει. Αυτή η ψηφιακή ταυτότητα, στην οποία οι ίδιοι δεν είχαν λόγο, τους ετεροπροσδιόρισε; Η 17χρονη Χριστιάννα βρήκε κάποια στιγμή μια φωτογραφία σε προφίλ οικογενειακής φίλης των γονιών της, η οποία απεικονίζει την αδελφή της, και την ίδια όταν ήταν 6 ετών. «Ξαφνιάστηκα, δεν μου φάνηκε οικείο – μπορεί να είχα αισθανθεί κάποια παραβίαση, αλλά επειδή ήταν το συγκεκριμένο άτομο, και φαντάζομαι το γνώριζαν οι γονείς μου, δεν με πείραξε», σχολιάζει.
«Με ενοχλεί ότι φίλοι της μαμάς μου που δεν έχω γνωρίσει ποτέ ξέρουν το όνομά μου, πότε έχω γενέθλια, τι μπορεί να είπα που της φάνηκε αστείο», λέει ο 21χρονος Μάνος.
Στην Ανθή φαίνεται πολύ περίεργο όταν μπαίνει στο Facebook και βλέπει φωτογραφίες στις οποίες είναι τεσσάρων ή πέντε ετών. «Παύουν κάπως να είναι στιγμές της παιδικότητάς μου, γιατί είναι κάτι που βλέπει ο καθένας και χάνει λίγο την αξία του για μένα», αναφέρει. Κι ύστερα είναι ο έλεγχος, η αυτοδιάθεση. «Κάποιος άλλος επέλεξε τι θα κάνει με το δικό μου πρόσωπο και, παρόλο που είναι οι γονείς μου, το θεωρώ λίγο λάθος ότι έγινε χωρίς τη συναίνεσή μου όταν ήμουν μικρή. Μπορεί», υπογραμμίζει, «εγώ να μην επέλεγα να μοιραστώ εκείνη τη στιγμή».
Σύμφωνα με τον Θεοφάνη Τάση, ο οποίος διδάσκει Φιλοσοφία της Πληροφορίας και Ψηφιακό Ανθρωπισμό στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο, υπάρχουν περιπτώσεις παιδιών των οποίων η ψηφιακή εικόνα του εαυτού είναι καταγεγραμμένη από τη στιγμή του υπερηχογραφήματος που μπορεί να έχουν αναρτήσει οι γονείς τους. Αλλοι ανεβάζουν βίντεο και φωτογραφίες από το μαιευτήριο.
«Ο εαυτός, λοιπόν, γίνεται κατανοητός εξαρχής μέσω της ψηφιακής εικόνας σου που υπάρχει πάντα, και σου τη δείχνουν οι γονείς σου», δηλώνει.
«Τα παιδιά αυτά γεννιούνται μέσα σε μια παράδοξη αντιστροφή: πριν αποκτήσουν μνήμη, έχουν ήδη αρχείο. Πριν αποκτήσουν κοινωνικό πρόσωπο, έχουν ήδη δημόσια παρουσία, πριν πουν “εγώ είμαι”, κάποιος άλλος έχει πει “αυτό είναι”», σημειώνει ο Νίκος Ερηνάκης, επίκουρος καθηγητής Πολιτικής και Κοινωνικής Φιλοσοφίας και Φιλοσοφίας του Πολιτισμού στο Πανεπιστήμιο Κρήτης και ποιητής.
Ψηφιακό παρελθόν
Συχνά από αγάπη, οι γονείς γίνονται οι πρώτοι επιμελητές μιας ύπαρξης που δεν τους ανήκει, συμπληρώνει, και το παιδί κληρονομεί ένα ψηφιακό παρελθόν, γεγονός που ο ίδιος περιγράφει ως «πρωτοφανή υπαρξιακή συνθήκη». «Μια ετεροβιογραφία», εξηγεί, «πριν από την όποια αυτοβιογραφία».
Σε αντίθεση με άλλες γενιές, τα παιδιά αυτής της γενιάς δεν μπορούν να επιμεληθούν το παρελθόν τους, επισημαίνει ο κ. Τάσης. «Στην ψηφιακή αποτύπωση του παρελθόντος, η λειτουργία της φαντασίας συρρικνώνεται». Επηρεάζεται όμως και η ίδια η ταυτότητα του ατόμου.
«Ο τρόπος που με κατανοώ διαθλάται από μια εικόνα κατασκευασμένη από τους άλλους, από τον τρόπο που με έβλεπαν οι γονείς μου ή που ήθελαν να με δείχνουν σε άλλους – ο τρόπος που με βλέπω έχει εσωτερικευμένο το βλέμμα του άλλου, που επειδή είναι και ψηφιακά αποτυπωμένο, φαίνεται αντικειμενικό», παρατηρεί ο ίδιος.
Το ζήτημα, σύμφωνα με τον κ. Ερηνάκη, ξεπερνά την ιδιωτικότητα. «Αφορά το δικαίωμα του ανθρώπου στην αυθεντική αυτοδιάθεσή του», αναφέρει. Και ίσως, προσθέτει, μια πιο ανεπτυγμένη μορφή γονικής αγάπης και φροντίδας σήμερα, είναι η αυτοσυγκράτηση. «Να μη δείχνεις διαρκώς πόσο αγαπάς το παιδί σου, αλλά να αντέχεις και να μην το δείχνεις. Να του χαρίζεις όχι περισσότερη προβολή, αλλά περισσότερο χώρο. Οχι μια έτοιμη ψηφιακή ταυτότητα», λέει στην «Κ», «αλλά το δικαίωμα να εφεύρει τον εαυτό του από την αρχή δημιουργικά, αυθεντικά και αυτόνομα».