ΣΤΕΛΙΟΣ ΛΕΚΑΚΗΣ
Τα μνημεία του τραύματος.
Αρχαιολογία και πολιτικήστη Μικρά Ασία, 1919-1922
εκδ. Νεφέλη, σελ. 248
Το βιβλίο του Στέλιου Λεκάκη «Τα μνημεία του τραύματος. Αρχαιολογία και πολιτική στη Μικρά Ασία, 1919-1922» είναι μια εξαιρετικά σημαντική συμβολή στη νεότερη ελληνική αρχαιολογική ιστοριογραφία, αλλά και, ευρύτερα, στις κριτικές σπουδές πολιτισμικής κληρονομιάς. Εξετάζει τις δράσεις των Ελλήνων αρχαιολόγων στη Μικρά Ασία κατά την περίοδο της ελληνικής διοίκησης, ανασυνθέτοντας ένα σχετικά παραμελημένο πεδίο: την εμπλοκή της αρχαιολογίας σε ένα περιβάλλον στρατιωτικής κατοχής, εθνικής διεκδίκησης και συμβολικής κυριαρχίας. Ηδη στην αρχή, ο συγγραφέας επιμένει εύστοχα ότι ο πόλεμος αυτός δεν εκτυλίχθηκε μόνο στα πεδία των μαχών, αλλά και «σε ανασκαφικά πεδία, μουσεία και μνημεία», στηριζόμενος σε αρχειακό υλικό, εθνογραφικές καταγραφές και επιτόπια μελέτη στη σημερινή Τουρκία.
Η πρώτη μεγάλη αρετή του βιβλίου είναι ότι μετατοπίζει τη συζήτηση από την περιγραφική ιστορία της Μικρασιατικής Εκστρατείας σε μια διερεύνηση της αρχαιολογίας ως πολιτικής τεχνολογίας. Ο Λεκάκης δεν αντιμετωπίζει τα μνημεία ως ουδέτερα τεκμήρια του παρελθόντος, αλλά ως ενεργά υλικά μορφώματα ενταγμένα σε σχέδια εδαφικής νομιμοποίησης, κρατικής αυτοαναπαράστασης και εθνικής αφήγησης. Θέτει έτσι το ζήτημα με θεωρητική διαύγεια: ποιος ερμηνεύει το υλικό παρελθόν, ποιος το εκπροσωπεί και σε ποιον ανήκουν τα κατάλοιπά του. Το βιβλίο αρνείται τον παλαιό εμπειρισμό της ελληνικής αρχαιολογικής γραφής και εντάσσει το μικρασιατικό παράδειγμα σε διεθνείς προβληματισμούς για την αρχαιολογία σε συνθήκες κρίσης, κατοχής και αποικιακού ανταγωνισμού.
Ιδιαίτερα πειστική είναι η βασική ιστοριογραφική χειρονομία του Λεκάκη: αναδεικνύει την Ελληνική Αρχαιολογική Υπηρεσία Μικράς Ασίας ως σχεδόν άγνωστο, αλλά κρίσιμο διοικητικό και ιδεολογικό μηχανισμό. Η αρχαιολογική δραστηριότητα δεν ήταν περιθωριακή συνοδεία της εκστρατείας, αλλά οργανικό τμήμα της. Αυτοψίες, ανασκαφές, αποκαταστάσεις, οργάνωση συλλογών, ακόμη και η παραχώρηση αδειών σε ξένες σχολές εντάσσονταν σε μια ευρύτερη επιχείρηση διαχείρισης χώρου και χρόνου: μια απόπειρα να προσδεθεί η «ασιατική Ελλάδα» σε ένα κλασικό και βυζαντινό παρελθόν που θα λειτουργούσε ως τεκμήριο πολιτικής κυριότητας. Εδώ το βιβλίο αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, αποκαλύπτοντας πώς η αρχαιολογία λειτουργεί ως διοικητική πρακτική, ρητορική του κράτους και τελετουργία εθνικής επιβεβαίωσης.
Εξίσου σημαντική είναι η σύνδεση της μικρασιατικής περίπτωσης με ένα ευρύτερο μεσογειακό και διεθνές πλαίσιο. Ο συγγραφέας δεν περιορίζεται σε μια στενή εθνική αφήγηση, αλλά αρθρώνει την επιχειρηματολογία του σε διαδοχικά επίπεδα: από την πολιτική των μνημείων στο Αιγαίο και στη Μικρά Ασία έως το τραύμα, τη μνήμη και την κληρονομιά. Το βιβλίο δεν είναι απλώς μια μελέτη περίπτωσης, αλλά ένα ερμηνευτικό σχήμα για τη σχέση πολιτισμικής κληρονομιάς, κρατικής βίας και ιστορικής μνήμης – χρήσιμο όχι μόνο σε ιστορικούς της Εκστρατείας, αλλά και σε όσους εργάζονται πάνω στη μνήμη, τον εθνικισμό και τις πολιτικές του παρελθόντος.
Ενα ακόμη προτέρημα είναι ο τρόπος με τον οποίο το βιβλίο αποφεύγει τόσο τον εθνικό εξωραϊσμό όσο και την εύκολη ηθικολογία. Ο Λεκάκης δεν καταγγέλλει αφηρημένα την «κακή χρήση» των μνημείων, αλλά δείχνει ιστορικά πώς συγκεκριμένες αρχαιολογικές πρακτικές παρήγαγαν συγκεκριμένα πολιτικά αποτελέσματα, μέσω ποιων θεσμών, λόγων και υλικών παρεμβάσεων. Το καταληκτικό διακύβευμα είναι ισχυρό: το τραγικό βάθος της χρήσης των μνημείων ως εργαλείων πολέμου παραμένει σε μεγάλο βαθμό ανεπεξέργαστο στην ελληνική περίπτωση και εξακολουθεί να βαραίνει τη θεωρία και την πράξη της αρχαιολογίας μέχρι σήμερα.
Οπως ήταν αναμενόμενο, ένα τέτοιο βιβλίο ανοίγει περισσότερα ζητήματα από όσα μπορεί να εξαντλήσει σε έναν βραχύ τόμο – γνώρισμα της δύναμής του παρά αδυναμία. Αντί να προσποιείται ότι κλείνει το θέμα, ο συγγραφέας το ιδρύει εκ νέου, σε πιο απαιτητική θεωρητική και ιστορική βάση. Ο Λεκάκης μάς προσφέρει ένα βιβλίο ώριμο, μεθοδικό και πολιτικά οξύ, που υποχρεώνει την ελληνική αρχαιολογία να ξανασκεφθεί όχι μόνο το μικρασιατικό παρελθόν της, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο συνδέει τα μνημεία με την εξουσία, τη μνήμη και το συλλογικό τραύμα. Πρόκειται, δίχως υπερβολή, για μία από τις ουσιαστικότερες πρόσφατες παρεμβάσεις στη συζήτηση για την αρχαιολογία ως πεδίο ιδεολογίας και ιστορικής ευθύνης.
* Ο κ. Δημήτρης Πλάντζος είναι καθηγητής Κλασικής Αρχαιολογίας, ΕΚΠΑ.