Τον τελευταίο χρόνο, οι «27» αναδιαμόρφωσαν την Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία, προσαρμόζοντάς την στη νέα στρατηγική για την αναβίωση της ευρωπαϊκής βιομηχανίας.
Πλέον, κάθε νέα νομοθετική πρωτοβουλία για το κλίμα πρέπει να αποδεικνύεται ότι προσφέρει οικονομικό όφελος, ενώ παλαιότερες πολιτικές επανεξετάζονται και, σε αρκετές περιπτώσεις, αποδυναμώνονται προκειμένου να ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων έναντι της Κίνας και των Ηνωμένων Πολιτειών.

Ωστόσο, η στροφή αυτή υπέρ της βιομηχανίας συγκρούεται πλέον με την πραγματικότητα της κλιματικής κρίσης στην Ευρώπη, σύμφωνα με ανάλυση στο Politico. Τα ακραία καιρικά φαινόμενα του φετινού καλοκαιριού επιβεβαιώνουν, σύμφωνα με οικονομολόγους και ειδικούς, ότι η υπερθέρμανση του πλανήτη δεν αποτελεί μόνο περιβαλλοντικό πρόβλημα, αλλά και σοβαρή απειλή για την οικονομία.
«Εξακολουθεί να υπάρχει η λανθασμένη αντίληψη περί διλήμματος μεταξύ οικονομίας και κλιματικής πολιτικής. Γνωρίζουμε εδώ και πολύ καιρό ότι το κόστος της ανεξέλεγκτης κλιματικής αλλαγής θα είναι πολύ μεγαλύτερο από το κόστος των μέτρων για την αντιμετώπισή της», δήλωσε στο Politico ο Μπομπ Γουόρντ, επικεφαλής πολιτικής του Ινστιτούτου Grantham για την Κλιματική Αλλαγή της London School of Economics.
Χιλιάδες θύματα και δισεκατομμύρια σε ζημιές
Μόνο στο κύμα καύσωνα των τελευταίων ημερών του Ιουνίου περισσότεροι από 14.000 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους στην Ευρώπη, ενώ σχεδόν μισό εκατομμύριο κάτοικοι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις εστίες τους εξαιτίας των μεγάλων πυρκαγιών, χωρίς να γνωρίζουν αν θα βρουν τα σπίτια τους όρθια κατά την επιστροφή τους.

Πέρα από το ανθρώπινο κόστος, το οικονομικό πλήγμα αναμένεται να είναι τεράστιο.
Η αποκατάσταση των καταστροφών από τις μεγάλες πυρκαγιές στην Ισπανία, τη Γαλλία και την Ελλάδαθα απαιτήσει δαπάνες πολλών δισεκατομμυρίων ευρώ. Παράλληλα, η ακραία ζέστη μειώνει την παραγωγικότητα των εργαζομένων, η ξηρασία καταστρέφει τις αγροτικές καλλιέργειες και η πτώση της στάθμης των ποταμών περιορίζει την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, προκαλώντας ανατιμήσεις και ενεργειακές πιέσεις.
«Βλέπουμε ήδη πόσο εκτεταμένες είναι οι συνέπειες αυτών των φαινομένων στην οικονομία», σημειώνει ο κλιματολόγος Αντερς Λέβερμαν από το Ινστιτούτο Ερευνας για τις Επιπτώσεις της Κλιματικής Αλλαγής του Πότσνταμ.
Οι ειδικοί υποστηρίζουν ότι το αυξανόμενο αυτό κόστος αποδεικνύει πως η μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου αποτελεί επένδυση και όχι οικονομικό βάρος.
Μειωμένη παραγωγικότητα
Η παρατεταμένη ζέστη προκαλεί μεγάλες οικονομικές απώλειες. Οι υψηλές θερμοκρασίες μειώνουν την απόδοση των εργαζομένων, ενώ αυξάνουν ταυτόχρονα την κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας λόγω της εκτεταμένης χρήσης κλιματιστικών.
Σύμφωνα με τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών, η παραγωγικότητα μειώνεται κατά 2% έως 3% για κάθε επιπλέον βαθμό Κελσίου πάνω από κάποιο όριο.
Η ασφαλιστική εταιρεία Allianz εκτιμά ότι οι συνέπειες αυτές θα οδηγήσουν σε σωρευτική απώλεια έως και 7% του ΑΕΠ την περίοδο 2026-2030. Οι απώλειες υπολογίζονται σε περίπου 240 δισ. δολάρια για τη Γαλλία, 147 δισ. για την Ιταλία, 131 δισ. για τη Γερμανία και 120 δισ. για την Ισπανία.
Μόνο στη Γερμανία, οι απώλειες παραγωγικότητας από τον καύσωνα του τέλους Ιουνίου εκτιμώνται σε τουλάχιστον 6,3 δισ. ευρώ.
Πλήγμα σε γεωργία, μεταφορές και ενέργεια
Η έλλειψη βροχοπτώσεων επιδεινώνει τη λειψυδρία σε ολόκληρη την Ευρώπη, προκαλώντας σημαντικές επιπτώσεις στην αγροτική παραγωγή, στις μεταφορές, στη βιομηχανία και στην ενεργειακή ασφάλεια.
Η ευρωπαϊκή ένωση εμπορίας δημητριακών Coceral εκτιμά ότι ο καύσωνας του Ιουνίου στη Δυτική και την Κεντρική Ευρώπη κατέστρεψε περίπου 9 εκατομμύρια τόνους σιτηρών, προκαλώντας απώλειες περίπου 2 δισ. ευρώ στους αγρότες.
Την ίδια στιγμή, ο ποταμός Ρήνος, βασικός άξονας μεταφοράς πρώτων υλών και βιομηχανικών προϊόντων, κατέγραψε τη χαμηλότερη στάθμη από τότε που τηρούνται μετρήσεις, το 1880.
Τα ποταμόπλοια αναγκάζονται να μεταφέρουν έως και 80% μικρότερα φορτία, γεγονός που προκαλεί καθυστερήσεις στις εφοδιαστικές αλυσίδες και αυξάνει το μεταφορικό κόστος.
Η χαμηλή στάθμη του Ρήνου θα μπορούσε να μειώσει το γερμανικό ΑΕΠ κατά 0,1% έως 0,2% το τρίτο τρίμηνο του έτους, σύμφωνα με το Ινστιτούτο Παγκόσμιας Οικονομίας του Κιέλου.
Πυρηνικοί σταθμοί χωρίς ψύξη
Στον Δούναβη, η ιστορικά χαμηλή στάθμη του νερού δημιουργεί σοβαρά προβλήματα στην ψύξη πυρηνικών αντιδραστήρων.

Στην Ουγγαρία, ο πυρηνικός σταθμός Πακς, που καλύπτει περίπου το 40% της ηλεκτροπαραγωγής της χώρας, λειτουργεί με μόλις το ένα δέκατο της συνήθους ισχύος του και βρίσκεται κοντά σε αναστολή λειτουργίας.
Στη Ρουμανία, οι Αρχές ανατίναξαν βραχώδη σχηματισμό ώστε να εκτραπεί περισσότερο νερό του Δούναβη προς τον μοναδικό πυρηνικό αντιδραστήρα που παραμένει σε λειτουργία, ενώ οι αυτοκινητοβιομηχανίες Dacia και Ford ανέστειλαν προσωρινά την παραγωγή τους για να περιοριστεί η κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας.
Αντίστοιχα προβλήματα αντιμετωπίζουν η Σερβία, όπου πλήττεται η υδροηλεκτρική παραγωγή, και η Γαλλία, στην οποία η EDF διέκοψε τη λειτουργία τριών πυρηνικών αντιδραστήρων και περιόρισε την παραγωγή σε άλλες μονάδες λόγω της χαμηλής στάθμης των ποταμών.
Οι πυρκαγιές
Οι ολοένα συχνότερες και μεγαλύτερες δασικές πυρκαγιές αποτελούν ακόμη μία σοβαρή οικονομική απειλή.

Ερευνα του Πολυτεχνείου της Ζυρίχης (ETH Zurich) εκτιμά ότι μεταξύ 2011 και 2018 οι πυρκαγιές κόστιζαν κάθε χρόνο έως και 2,1 δισ. ευρώ σε Πορτογαλία, Ισπανία, Ιταλία και Ελλάδα.
Ωστόσο, οι ειδικοί θεωρούν ότι οι φετινές ζημιές θα είναι πολλαπλάσιες, καθώς οι πυρκαγιές είναι πρωτοφανείς σε έκταση και ένταση.
Το γαλλικό υπουργείο Οικολογικής Μετάβασης υπολογίζει ότι η αποκατάσταση κάθε εκταρίου καμένου δάσους κοστίζει έως 10.000 ευρώ. Μέχρι τα τέλη Ιουλίου είχαν ήδη καεί περίπου 465.000 εκτάρια δασικών εκτάσεων στην Ευρωπαϊκή Ενωση.
Πέρα όμως από το κόστος αποκατάστασης, οι πυρκαγιές αναγκάζουν χιλιάδες επιχειρήσεις να αναστείλουν τη λειτουργία τους και έχουν σημαντικές επιπτώσεις στον τουρισμό.
Το πραγματικό κόστος
Αν και οι δαπάνες για την ανοικοδόμηση καταγράφονται λογιστικά ως αύξηση του ΑΕΠ, οι οικονομολόγοι επισημαίνουν ότι δεν πρόκειται για πραγματική ανάπτυξη.
«Ουσιαστικά πρόκειται για την ανακατασκευή κεφαλαίου που έχει ήδη καταστραφεί», εξηγεί η Σάρα Μάιερ από το ETH Zurich.
Μελέτες του ΟΟΣΑ και άλλων ερευνητικών ιδρυμάτων δείχνουν ότι η κλιματική αλλαγή λειτουργεί ως μόνιμος ανασταλτικός παράγοντας για την οικονομική ανάπτυξη.
«Οι απώλειες συσσωρεύονται χρόνο με τον χρόνο. Τα χρήματα που δεν κερδίζεις φέτος δεν μπορείς να τα επενδύσεις την επόμενη χρονιά και έτσι χάνεται μελλοντική ανάπτυξη», σημειώνει ο Λέβερμαν.
Οι επιστήμονες προειδοποιούν ότι οι επιπτώσεις των ακραίων φαινομένων δεν αποτελούν παροδικό φαινόμενο. Οσο οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου συνεχίζονται και η θερμοκρασία του πλανήτη αυξάνεται, οι οικονομικές ζημίες θα γίνονται ολοένα μεγαλύτερες.
«Υπάρχει η αντίληψη ότι η επιβράδυνση της κλιματικής δράσης θα μας ωφελήσει οικονομικά. Στην πραγματικότητα, όσο καθυστερούμε να φτάσουμε στις μηδενικές καθαρές εκπομπές, τόσο μεγαλύτερες θα είναι οι ζημίες και οι απώλειες», καταλήγει ο Μπομπ Γουόρντ.
Πηγή: Politico