Οι υπουργοί Εξωτερικών και Ενοποίησης της Νότιας Κορέας διαφώνησαν δημόσια αυτή την εβδομάδα σχετικά με τον τρόπο προσέγγισης της Βόρειας Κορέας, αποκαλύπτοντας εσωτερικές διαφορές στην κυβέρνηση του προέδρου Λι Τζάε Μιουνγκ. Η Σεούλ επιχειρεί να αναβιώσει τις επαφές με την Πιονγιάνγκ, οι οποίες παραμένουν παγωμένες.
Ο υπουργός Εξωτερικών Τσο Χιουν χαρακτήρισε «ιδεαλιστικές» τις προτάσεις για διάλογο με τη Βόρεια Κορέα που παρουσίασε ο υπουργός Ενοποίησης Τσουνγκ Ντονγκ-Γιανγκ σε κυβερνητική συνεδρίαση την Τετάρτη με τον πρόεδρο Λι, υποστηρίζοντας ότι δεν είχε λάβει την έγκριση άλλων υπουργείων.
«Καθώς ο υπουργός Τσουνγκ μιλούσε με όρους ιδεαλισμού, θα ζητούσα να αντιμετωπιστούν αυτά τα σχόλια με κάποια επιφύλαξη», δήλωσε ο Τσο στους δημοσιογράφους.
Ο Τσουνγκ απάντησε χθες, Πέμπτη, με δηλώσεις του προς τοπικά μέσα ενημέρωσης ότι οι ιδέες και τα οράματα είναι απαραίτητα «για να αλλάξει η πραγματικότητα».
Η πρόταση που προκάλεσε αντιδράσεις
Οι προτάσεις του περιλάμβαναν την έναρξη τετραμερών συνομιλιών μεταξύ της Σεούλ και της Πιονγιάνγκ, καθώς και των Ηνωμένων Πολιτειών και της Κίνας, ως βασική πρωτοβουλία για το δεύτερο εξάμηνο του έτους.
Ο Τσο υποστήριξε ότι οι προτάσεις δεν είχαν συζητηθεί επαρκώς ούτε είχαν οδηγήσει σε συναίνεση στο εσωτερικό της κυβέρνησης.
Η διαφωνία καταγράφεται σε μία περίοδο κατά την οποία η Σεούλ προσπαθεί να πείσει τη Βόρεια Κορέα να ανταποκριθεί σε σειρά συμφιλιωτικών κινήσεων μετά την ανάληψη της προεδρίας από τον Λι.
Η κυβέρνησή του έχει απομακρυνθεί από την πολιτική «πρώτα η αποπυρηνικοποίηση» και έχει υιοθετήσει την προσέγγιση «πρώτα η ειρήνη», ενώ παράλληλα καλεί τον Αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ να επιδιώξει συνάντηση με τον ηγέτη της Βόρειας Κορέας Κιμ Γιονγκ Ουν, ώστε να επαναληφθεί ο διάλογος.
Τα υπουργεία Εξωτερικών και Ενοποίησης, ερωτηθέντα σήμερα, Παρασκευή, για τις διαφορετικές θέσεις τους, δήλωσαν ότι θα συνεχίσουν να συντονίζουν τις πολιτικές τους και αρνήθηκαν να κάνουν περαιτέρω σχόλια.
Αναλυτές εκτιμούν ότι οι διαφορές στην κυβερνητική πολιτική θα παρακολουθούνται στενά από την Πιονγιάνγκ και ενδέχεται να δυσκολέψουν τις προσπάθειες της Σεούλ να επαναφέρει τον διάλογο.
«Η διαφωνία αποκάλυψε εσωτερικές διαφορές και αποδυνάμωση της πολιτικής δυναμικής γύρω από την πολιτική έναντι της Βόρειας Κορέας», δήλωσε ο Λιμ Ουλ-Τσουλ, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κιουνγκνάμ.
«Οι εσωτερικές διαιρέσεις και συγκρούσεις θα ενισχύσουν την αντίληψη της Βόρειας Κορέας ότι ακόμη και αν επιτευχθούν ουσιαστικές συμφωνίες, αυτές μπορούν εύκολα να ανατραπούν στο εσωτερικό της Νότιας Κορέας».
Επιδείνωση των σχέσεων
Οι σχέσεις μεταξύ των δύο πλευρών έχουν επιδεινωθεί σημαντικά μετά την πανδημία Covid-19, με τον Κιμ Γιονγκ Ουν να ανακοινώνει το 2024 ότι η Πιονγιάνγκ δεν επιδιώκει πλέον την επανένωση.
Εκτοτε, ο διάλογος έχει ουσιαστικά διακοπεί, ενώ η αυστηρότερη επιτήρηση των βόρειων συνόρων έχει περιορίσει σημαντικά τις αποδράσεις. Μόλις 63 Βορειοκορεάτες πέρασαν στον Νότο το πρώτο εξάμηνο του 2026, έναντι 1.047 το 2019.
Η Σεούλ έχει καταργήσει μέτρα που, σύμφωνα με την ίδια, θα μπορούσαν να θεωρηθούν εχθρικά από την Πιονγιάνγκ, όπως τα προπαγανδιστικά μηνύματα μέσω μεγαφώνων προς τον Βορρά. Ωστόσο, η Βόρεια Κορέα έχει σε μεγάλο βαθμό αγνοήσει αυτές τις κινήσεις καλής θέλησης.
Κάποιες οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων έχουν επικρίνει την προσέγγιση του Λι, συγκρίνοντάς τη με τη σκληρότερη στάση της συντηρητικής προηγούμενης κυβέρνησης απέναντι στην Πιονγιάνγκ.
Παρότι η Νότια Κορέα συνυπέγραψε πέρυσι ψήφισμα του ΟΗΕ για τα ανθρώπινα δικαιώματα στη Βόρεια Κορέα, ακτιβιστές υποστηρίζουν ότι η κυβέρνηση Λι έχει υποβαθμίσει το ζήτημα, προκειμένου να αποφύγει την πρόκληση αντιδράσεων από τον Βορρά, μεταξύ άλλων αναστέλλοντας τη δημοσιοποίηση εκθέσεων σχετικά με τα ανθρώπινα δικαιώματα.
Πηγή: Reuters