Τον παλιό καιρό που ανθούσε και βασίλευε το κλασικό λαϊκό τραγούδι, οι διφωνίες ήταν ζητούμενο στη δισκογραφία και όπλο καίριο για την επιτυχία ενός τραγουδιού. Το ίδιο ίσχυε και για το πάλκο, μια και οι δεύτερες και οι τρίτες φωνές στο ρεφρέν, και όχι μόνο, γλύκαιναν το τραγούδι. Και σαν εικόνα το σμίξιμο ενός άνδρα με μιας γυναίκας στο μικρόφωνο λειτουργούσε ελκυστικά για τους θαμώνες. Κάπως έτσι πέρα από τα «δίδυμα» συνθετών και τραγουδιστών (π.χ. Τσιτσάνης – Νίνου, Παπαϊωάννου – Ντάλια, Μητσάκης – Χρυσάφη, Χιώτης – Λίντα) δημιουργήθηκαν και τα ζευγάρια των ερμηνευτών: Καζαντζίδης – Μαρινέλλα, Γαβαλάς – Ρία Κούρτη, Περπινιάδης – Ρία Νόρμα, Αγγελόπουλος – Αννούλα, Σπύρος και Ζωή Ζαγοραίου κ.ά. Ακόμη και ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης είχε σχεδόν μόνιμα στις ηχογραφήσεις του για παρτενέρ του τη Βούλα Γκίκα, ενώ για αρκετό διάστημα πορεύτηκαν μαζί και στα κέντρα.
Το σεκόντο είναι χάρισμα που λίγοι διαθέτουν. Μάλιστα, πολλοί είναι εκείνοι που διατυπώνουν πως το να κάνεις δεύτερες φωνές είναι πολύ πιο δύσκολο απ’ το να τραγουδάς ως πρώτη φωνή. Πρέπει να ταιριάξεις με την αναπνοή, το φραζάρισμα και το ηχόχρωμα του άλλου και να έχεις τη μαστοριά να τραγουδάς «πιο κάτω», ώστε να δένονται αρμονικά οι δυο λαλιές και να ακούγονται σαν μία.
Γι’ αυτό και οι δισκογραφικές εταιρείες, όταν έβρισκαν τέτοια κελεπούρια, με έντεχνο τρόπο, περιόριζαν την αυτόνομη πορεία τους. Γι’ αυτές τα καλά σεκόντα ήταν πολύτιμα και δυσεύρετα εργαλεία που δεν έπρεπε να χαθούν.
Η Ελευθερία Δημητριάδη μεγάλωσε στην Αθήνα. Σε ηλικία πέντε ετών θα χάσει τη μητέρα της. Από παιδάκι μάγευε τη γειτονιά στη συνοικία των Ελληνορώσων με το τραγούδι της. Το ίδιο έκανε κι αργότερα όταν έραβε πουκάμισα για το κατάστημα «Αδελφοί Λαμπρόπουλοι». Δίχως εκείνη να το καταλάβει, κατά τη διάρκεια της εργασίας της, την άκουσε ο άρχων της δισκογραφίας και μέτοχος της εταιρείας Τάκης Λαμπρόπουλος και την προέτρεψε να ασχοληθεί επαγγελματικά με το τραγούδι.
Η αρχή έγινε το 1958, όταν η Ρίτσα Δημητριάδιου, πλέον, σεκοντάρει τον Δημήτρη Ρουμελιώτη και τον Σπύρο Ευσταθίου σε δημιουργίες του Γιώργου Μητσάκη. Ο γαμπρός της Γιάννης Μέρτικας, καταξιωμένος πιανίστας, θα τη βοηθήσει στις πρώτες της εμφανίσεις στα λαϊκά μαγαζιά. Στη φωνοληψίες, σεκοντάρει τον Μπιθικώτση («Στο στενό δρομάκι»), τον Καναρίδη, τον Μαρούδα κ.ά.
Ο στιχουργός Χαράλαμπος Βασιλειάδης, ο περίφημος Τσάντας, θα γίνει νονός της. Τη βαπτίζει Ρία Κούρτις, και με αυτό το ονοματεπώνυμο συνοδεύει τον Πέτρο Αναγνωστάκη στις εγγραφές του στην εταιρεία Monte Carlo. Παράλληλα θα πραγματοποιήσει και πρώτες προσωπικές εγγραφές της. Λίγο αργότερα θα σμίξει και πάλι με τον Αναγνωστάκη στην Odeon, όπου η Ρία Κούρτης (έτσι αναγράφεται) θα κάνει διφωνίες και στον Περπινιάδη, και στον Ζαγοραίο.
Εχει παντρευτεί τον Απόστολο Κουρμάζο και τραγουδά στο «Σκοπευτήριο» της Καισαριανής. Εκεί την ακούει ο Πάνος Γαβαλάς και λίγες ημέρες αργότερα την καλεί για τις επανεκτελέσεις του σε τραγούδια των Χατζιδάκι και Θεοδωράκη. Οι φωνές τους ταιριάζουν γάντι…
Από το 1961 μέχρι και τις αρχές του 1988, όπου ο Γαβαλάς θα φύγει απ’ τη ζωή, έχοντας λίγο νωρίτερα διακόψει τη δράση του, θα μαγέψουν κόσμο και ντουνιά αποτελώντας το μακροβιότερο ντουέτο στο ελληνικό πεντάγραμμο. Θα ερμηνεύσουν τραγούδια-σταθμούς και θα εμφανιστούν σε ονομαστά κοσμικά κέντρα και παραστάσεις. Ευτυχώς για όλους εμάς, θα στολίσουν με την παρουσία τους κινηματογραφικές ταινίες κι έτσι μπορούμε παντοτινά να απολαμβάνουμε «ζωντανά» το μεγαλείο της τέχνης τους.
Μετά τον θάνατο του Γαβαλά, η Ρία Κούρτη θα συνεχίσει διακριτικά την καλλιτεχνική στράτα της. Το 2018 θα καταθέσει ένα cd single όπου ερμηνεύει τέσσερα τραγούδια σε μουσική του Θάνου Μπένου και στίχους του Νίκου Μαρουλάκη. Την ίδια χρονιά είχα τη χαρά να τη συναντήσω ξανά στην εκπομπή «Η αυλή των χρωμάτων», στην οποία λειτουργούσα ως καλλιτεχνικός επιμελητής.
Οπως άλλωστε δήλωνε η ίδια η Ρία Κούρτη το 1966 στο περιοδικό «Πρώτο» και στον Τάσο Κουτσοθανάση: «Επιθυμία μου μεγάλη είναι να εγκαταλείψω κάποτε το πάλκο και να αφοσιωθώ στην οικογένειά μου. Εντελώς δεν πρόκειται ποτέ να το αφήσω το τραγούδι, θα γυρίζω μόνο δίσκους. Βλέπετε, το ξενύχτι στα κέντρα δεν είναι πολύ ευχάριστο σε μια γυναίκα».
* To 1963, κι ενώ έχει ήδη ξεκινήσει η συνεργασία της με τον Γαβαλά, η Ρία Κούρτη θα συνοδεύσει στην Columbia τον Γρηγόρη Μπιθικώτση στα θρυλικά τραγούδια των Σταύρου Ξαρχάκου και Λευτέρη Παπαδόπουλου «Απονη ζωή» και «Φτωχολογιά», γεγονός που θα προκαλέσει αντιδράσεις…. Αυτή όμως είναι μια διαφορετική ιστορία ενός άλλου άρθρου.