Φόρτωση Text-to-Speech…
«Παλιά τον παραλλήλιζαν με τον Καζαντζίδη, αλλά εγώ πιστεύω πως δεν έμοιαζε με κανέναν. Πρόκειται, εξίσου, για μια σπάνια φωνή που κουβαλούσε τον πόνο του τραγουδιού και τον εξέφραζε με αλήθεια. Ηταν, κατά τη γνώμη μου, ένας από τους καλύτερους τραγουδιστές της γενιάς του», λέει στην «Κ» ο μουσικός και συνθέτης Χρήστος Νικολόπουλος για τον ερμηνευτή Λάκη Χαλκιά, ο οποίος έφυγε από τη ζωή την Κυριακή 2 Αυγούστου, σε ηλικία 83 ετών.
Με τη δωρική φωνή και τη λιτή εκφραστική του δύναμη, ο Λάκης Χαλκιάς (Μιχάλης Χαλκιόπουλος) υπηρέτησε για δεκαετίες το δημοτικό τραγούδι. Οι ερμηνείες του ξεχώριζαν για την αυθεντικότητα και την αμεσότητά τους, στοιχεία που είχαν τις ρίζες τους στη βαθιά σχέση του με την ελληνική μουσική παράδοση.
Η διαδρομή
Γεννημένος στα Ιωάννινα το 1943, ήταν γιος του μεγάλου κλαρινετίστα Τάσου Χαλκιά και μέλος της ιστορικής οικογένειας των Χαλκιάδων, μιας από τις σημαντικότερες μουσικές οικογένειες της Ηπείρου. «Είχε τα βασικά στοιχεία της “αυθεντικότητας” που χαρακτηρίζουν την απόδοση των τραγουδιών αυτών. Ο Χαλκιάς δεν τραγουδούσε απλώς δημοτικά τραγούδια, αλλά εξέφραζε έναν κόσμο μέσα στον οποίο είχε μεγαλώσει. Προερχόταν από μια μεγάλη μουσική οικογένεια και βίωνε ο ίδιος αυτό που σήμερα λέμε ελληνική παράδοση», αναφέρει ο καθηγητής Λαογραφίας του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης, Μανόλης Βαρβούνης. «Η ερμηνεία του ήταν τόσο σπουδαία γιατί ακριβώς διέφερε, λόγω του βιώματός του, από σύγχρονες προσεγγίσεις που συχνά απομακρύνονται από αυτό που ορίζει το λαϊκό ύφος».

Από τις αρχές της δεκαετίας του 1960 ο Λάκης Χαλκιάς βρέθηκε δίπλα σε κορυφαίες μορφές του ελληνικού τραγουδιού, όπως ήταν, μεταξύ άλλων, οι Σωτηρία Μπέλλου, Στέλιος Καζαντζίδης, Γρηγόρης Μπιθικώτσης, Γιώργος Ζαμπέτας, Βασίλης Τσιτσάνης και Γιάννης Παπαϊωάννου. Τα καλοκαίρια τραγουδούσε με την οικογένειά του σε πανηγύρια και γιορτές σε όλη την Ελλάδα, ενώ συνεργάστηκε και με σημαντικούς εκπροσώπους του δημοτικού τραγουδιού, όπως οι Γιώργος Παπασιδέρης, Δημήτρης Ζάχος, Χρόνης Αηδονίδης και Αλέκος Κιτσάκης.
«Κουβαλούσε τον πόνο του τραγουδιού και τον εξέφραζε με αλήθεια. Ηταν ένας από τους καλύτερους τραγουδιστές της γενιάς του», λέει στην «Κ» ο μουσικοσυνθέτης Χρήστος Νικολόπουλος.
Με έντονη κομματική δράση και όντας μέλος της Νεολαίας Λαμπράκη, αντιμετώπισε πολιτικές διώξεις με την επιβολή της χούντας των συνταγματαρχών το 1967. Για να αποφύγει τη σύλληψη, διέφυγε στις ΗΠΑ και στον Καναδά, όπου έζησε και εργάστηκε σε διάφορα οικογενειακά μαγαζιά, επιστρέφοντας στην Ελλάδα το 1971.

Η πορεία του δεν περιορίστηκε στο δημοτικό τραγούδι, αλλά συνδέθηκε σε μεγάλο βαθμό με το έντεχνο και το λαϊκό, αφήνοντας ανεξίτηλο αποτύπωμα, κυρίως μέσα από τη συνεργασία του με τον μουσικοσυνθέτη Γιάννη Μαρκόπουλο. «Τα τραγούδια αυτά ήταν ίσως οι πιο σημαντικές επιλογές της καριέρας του», σχολιάζει ο Χρήστος Νικολόπουλος. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει η «Φάμπρικα», που έγινε σύμβολο της καθημερινής αγωνίας των ανθρώπων της βιοπάλης, σε στίχους Γιώργου Σκούρτη, που κυκλοφόρησε το 1974 στον δίσκο «Μετανάστες». Ξεχωριστή στιγμή της καριέρας του ήταν η συναυλία «2.500 χρόνια Ελληνική Μουσική», στο Ηρώδειο, το 2002.
Οι πεποιθήσεις
Η καλλιτεχνική διαδρομή του πήγαινε πάντα χέρι χέρι με τις κοινωνικές του πεποιθήσεις. Ως σταθερός υποστηρικτής του ΚΚΕ, κατέβηκε υποψήφιος βουλευτής στις εκλογές του 2007, ενώ συμμετείχε ενεργά σε κάθε πολιτική και πολιτιστική δραστηριότητα που σχετιζόταν με το κόμμα. «Μέσα από τις ερμηνείες του και τη διαρκή συμμετοχή του σε συναυλίες πολιτικών νεολαιών, κατάφερε να έρθει πολύ κοντά στους νέους ανθρώπους. Τα τραγούδια του, μιλώντας με έντεχνο τρόπο για τα βάσανα, τις προσδοκίες και την καθημερινότητα του λαού, δημιούργησαν μια βαθιά αίσθηση οικειότητας. Αυτή η πολιτική και κοινωνική διάσταση του έργου του άγγιξε εξίσου τους παλαιότερους και τους νεότερους. Με μια διαδρομή σπουδαία σε αξία και διάρκεια, οδήγησε όσους τον αγάπησαν στα νιάτα τους να παραμένουν πιστοί ακροατές του μέχρι και σήμερα, σφραγίζοντας έτσι τη διαχρονικότητα του έργου του», σημειώνει ο Μανόλης Βαρβούνης.
Εμβληματικό σημείο της καριέρας του υπήρξε και η συμμετοχή του στον δίσκο «Θεσσαλικός Κύκλος» (1974), σε μουσική Μαρκόπουλου και στίχους Κώστα Βίρβου. «Σε αυτή την ηχογράφηση ήμασταν μια παρέα νέων, σχεδόν συνομήλικοι με τον Λάκη, που είχαμε έναν κοινό στόχο: να ακουστεί ξανά η αυθεντική λαϊκή πενιά, το τραγούδι που μας άφησαν οι παλιοί. Νιώθαμε σαν να μας έλεγαν νοερά πως “ό,τι κι αν κάνετε, να μένετε πιστοί στη λαϊκή ρίζα”, αυτή στην οποία ήταν όλοι τους ταγμένοι – από τον Βαμβακάρη και τον Τσιτσάνη, μέχρι τον πατέρα του Λάκη και τον δικό μου», λέει συγκινημένος ο δεξιοτέχνης του μπουζουκιού Θανάσης Πολυκανδριώτης.