Δολοφονία στην Κυψέλη: Τα 46 λεπτά που φωτίζουν την υπόθεση

Φόρτωση Text-to-Speech…

Eνα τηλεφώνημα στις 21.41 της 15ης Ιουλίου 2026 αποτελεί, σύμφωνα με τις Αρχές, το τελευταίο επιβεβαιωμένο ίχνος ζωής της 38χρονης Βρετανίδας, η οποία τρεις ημέρες αργότερα βρέθηκε νεκρή μέσα σε βαλίτσα, σε εγκαταλελειμμένο κτίριο στην Κυψέλη.

δολοφονία-στην-κυψέλη-τα-46-λεπτά-που-φω-564375280

Η 38χρονη ζούσε μόνιμα στη Σκωτία, είχε σπουδάσει στο Πανεπιστήμιο της Γλασκώβης και εργαζόταν ως πιστοποιημένη γνωσιακή συμπεριφορική ψυχοθεραπεύτρια. Παράλληλα συμμετείχε επί χρόνια σε εθελοντικές δράσεις εκκλησιών και μη κερδοσκοπικών οργανισμών στη Βρετανία, την Ελλάδα και σε άλλες χώρες. Οσοι τη γνώριζαν, τη χαρακτήριζαν ήρεμο, δοτικό και μη συγκρουσιακό άνθρωπο.

Το χρονικό

Εφτασε στην Αθήνα στις 29 Ιουνίου για εθελοντική δράση. Αρχικά έμεινε σε κατάλυμα στο Παλαιό Φάληρο και στη συνέχεια φιλοξενήθηκε σε φίλο της στο Κερατσίνι. Στις 2 Ιουλίου παρέλαβε τα κλειδιά διαμερίσματος στα Εξάρχεια, το οποίο χρησιμοποιούνταν για τη φιλοξενία εθελοντών από το εξωτερικό όπου και είχε συμφωνηθεί να παραμείνει έως τις 16 Ιουλίου. Σύμφωνα με τη δικογραφία, κλειδιά του ίδιου διαμερίσματος είχαν και ο 26χρονος Αφγανός που κατηγορείται για τη δολοφονία της, καθώς και η σύζυγός του.

Αν και είχε ενημερώσει από τις 10 Ιουλίου τον φίλο που τη φιλοξενούσε ότι θα έμενε προσωρινά στο σπίτι Αμερικανών φίλων της στην Κυψέλη, στις 15 Ιουλίου άλλαξε γνώμη και του τηλεφώνησε ζητώντας να επιστρέψει στο σπίτι του στο Κερατσίνι.

Παρά την απόφασή της, συνέχισε κανονικά το πρόγραμμά της. Παρακολούθησε μάθημα κεραμικής και λίγο μετά τις 21.30 επέστρεψε στο διαμέρισμα των Εξαρχείων για να πάρει τα προσωπικά της αντικείμενα. Στις 21.41 επικοινώνησε με τον φίλο της, λέγοντάς του ότι θα έφευγε μέσα στην επόμενη ώρα.

Ηταν η τελευταία φορά που κάποιος άκουσε τη φωνή της.

Στις 22.27, μόλις 46 λεπτά αργότερα, από το κινητό της στάλθηκε νέο μήνυμα προς τον ίδιο άνθρωπο. Σε αυτό ανέφερε ότι τελικά δεν θα επέστρεφε στο Κερατσίνι, αλλά θα έμενε σε σπίτι άλλου φίλου.

Για τους ερευνητές της υπόθεσης, αυτό το διάστημα των 46 λεπτών αποτελεί το πιο κρίσιμο χρονικό παράθυρο της υπόθεσης, καθώς μεσολαβεί ανάμεσα στην τελευταία επιβεβαιωμένη ένδειξη ζωής της και στην πρώτη, όπως εκτιμούν, προσπάθεια παραπλάνησης του περιβάλλοντός της.

δολοφονία-στην-κυψέλη-τα-46-λεπτά-που-φω-564373537

Από εκείνο το βράδυ κανείς δεν μίλησε ξανά μαζί της. Δεν απάντησε σε τηλεφωνικές κλήσεις, δεν έκανε βιντεοκλήσεις ούτε έστειλε ηχητικά μηνύματα. Οι επαφές συνεχίστηκαν μόνο μέσω γραπτών μηνυμάτων.

Σύντομα, οι δικοί της άνθρωποι άρχισαν να αντιλαμβάνονται ότι κάτι δεν ταίριαζε. Το ύφος είχε αλλάξει, τα αγγλικά ήταν αισθητά απλούστερα, χρησιμοποιούνταν emoji που δεν συνήθιζε και στα περισσότερα μηνύματα ανέφερε ότι θα ταξίδευε μόνη της στην Κρήτη, τη Σάμο ή ακόμη και στην Τουρκία.

Οι Αρχές εκτιμούν ότι κάποιος είχε ήδη αποκτήσει τον έλεγχο του κινητού της και προσπαθούσε να πείσει τους ανθρώπους που την αναζητούσαν ότι ήταν ακόμη ζωντανή. Μάλιστα, ο αποστολέας φαίνεται πως γνώριζε βασικά στοιχεία της ζωής της, ώστε τα μηνύματα να μοιάζουν πειστικά. Παράλληλα, από τους λογαριασμούς της πραγματοποιούνταν αναλήψεις χρημάτων με τις τραπεζικές της κάρτες.

Η μαρτυρία που έστρεψε την έρευνα

Καθοριστική για την εξέλιξη της υπόθεσης αποδείχθηκε η κατάθεση της συζύγου του φερόμενου δράστη, η οποία γνώριζε την 38χρονη από κοινές εθελοντικές και χριστιανικές δράσεις. Η τελευταία φορά που είδε τη Βρετανίδα ήταν στις 12 Ιουλίου, παρουσία και του συζύγου της, ο οποίος, όπως κατέθεσε, έμεινε για λίγη ώρα μόνος με το θύμα.

Στις 15 Ιουλίου παρατήρησε στο κινητό του μία αναπάντητη κλήση και μήνυμα από την 38χρονη. Εκείνος της είπε ότι είχε περάσει από το διαμέρισμα στα Εξάρχεια αλλά δεν τη βρήκε. Λίγες ώρες αργότερα, όταν ξύπνησε μετά τα μεσάνυχτα, διαπίστωσε ότι έλειπε από το σπίτι. Μέσω της εφαρμογής γεωεντοπισμού είδε ότι βρισκόταν στο ίδιο διαμέρισμα. Οταν τον ρώτησε, της απάντησε ότι είχε πάει μόνο για να χρησιμοποιήσει την τουαλέτα, αφού προηγουμένως παρακολουθούσε ποδοσφαιρικό αγώνα σε κοντινή καφετέρια.

Η μαρτυρία της τοποθετούσε τον φερόμενο δράστη στο διαμέρισμα κατά το χρονικό διάστημα που οι αστυνομικοί θεωρούν κρίσιμο για τη δολοφονία της 38χρονης.

Οι υποψίες της συζύγου του εντάθηκαν ακόμη περισσότερο μετά την ανεύρεση της σορού, στις 18 Ιουλίου. Οπως κατέθεσε, ο σύζυγός της εμφανίστηκε ιδιαίτερα αναστατωμένος και, επικαλούμενος τον θάνατο συγγενικού του προσώπου στην Ινδία, της πρότεινε να φύγουν αιφνιδιαστικά για την Αράχωβα.

Τις επόμενες ημέρες, όπως ανέφερε, της χάρισε ένα ολοκαίνουργιο iPhone 17 Pro, ενώ λίγο αργότερα της έδωσε 2.550 ευρώ, χωρίς να μπορεί να εξηγήσει πειστικά από πού προέρχονταν τα χρήματα. Παράλληλα, συνέχιζε να επισκέπτεται το διαμέρισμα στα Εξάρχεια, προβάλλοντας κάθε φορά διαφορετική δικαιολογία.

Η οριστική καμπή ήρθε στις 29 Ιουλίου, όταν αποφάσισε να στείλει μήνυμα στην 38χρονη. Ελαβε δύο απαντήσεις, στις οποίες αναφερόταν ότι θα επισκεπτόταν φίλους της και στη συνέχεια θα ταξίδευε στην Τουρκία. Οπως κατέθεσε, τα μηνύματα δεν έμοιαζαν καθόλου με εκείνα που συνήθιζε να γράφει η φίλη της, ενώ ούτε το περιεχόμενο ούτε η συνολική συμπεριφορά που αποτύπωναν συμβάδιζαν με τον χαρακτήρα της.

Θεωρώντας πλέον πιθανό ότι ο σύζυγός της είχε εμπλοκή στην υπόθεση, εγκατέλειψε μαζί με το παιδί τους την οικογενειακή κατοικία και μετακόμισε σε ξενοδοχείο.

Ο 26χρονος κατηγορούμενος ήταν επαγγελματίας πυγμάχος, και σύμφωνα με την μαρτυρία της γυναίκας του, δεν εργαζόταν με σταθερή, πλήρη απασχόληση και συμμετείχε μαζί της σε εθελοντικές δράσεις. Τον περιέγραψε ακόμη ως άνθρωπο που αρνιόταν να αναλάβει ευθύνη για τις πράξεις του ακόμη και όταν βρισκόταν αντιμέτωπος με αποδείξεις.

Η διαδρομή της βαλίτσας

Η ανάλυση του βιντεοληπτικού υλικού επέτρεψε στους αστυνομικούς να ανασυνθέσουν τις κινήσεις του 26χρονου Αφγανού το βράδυ της 16ης Ιουλίου.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της ερευνας, έφτασε με το αυτοκίνητο της συζύγου του στο διαμέρισμα των Εξαρχείων και παρέλαβε τη μεγάλη ταξιδιωτική βαλίτσα, μέσα στην οποία οι Αρχές εκτιμούν ότι είχε ήδη τοποθετηθεί η σορός της 38χρονης.

Στη συνέχεια κατευθύνθηκε προς την Κυψέλη και στάθμευσε κοντά στο εγκαταλελειμμένο κτίριο όπου εντοπίστηκε αργότερα η σορός. Πριν επιστρέψει στο αυτοκίνητο, καταγράφηκε να κινείται πεζός προς το εσωτερικό του συγκροτήματος, κίνηση που οι αστυνομικοί εκτιμούν ότι είχε στόχο να ελέγξει τον χώρο και να επιλέξει το σημείο απόθεσης.

Επειτα πήρε τη βαλίτσα και μία μπλε σακούλα και χάθηκε από το οπτικό πεδίο των καμερών για περίπου 13 λεπτά. Οταν εμφανίστηκε ξανά, κρατούσε μόνο το σακίδιό του. Για τις Αρχές, σε αυτό το χρονικό διάστημα εγκατέλειψε τη σορό στο σημείο όπου βρέθηκε δύο ημέρες αργότερα.

Η απολογία και ο «άγνωστος άνδρας»

Κατά την προανακριτική απολογία του, ο φερόμενος δράστης παραδέχθηκε ότι μετέφερε τη σορό μέσα στη βαλίτσα, χρησιμοποίησε το κινητό του θύματος για να στείλει μηνύματα στους φίλους της και έκανε αναλήψεις με τις τραπεζικές της κάρτες.

Αρνήθηκε όμως ότι τη δολοφόνησε. Υποστήριξε ότι, όταν μπήκε στο διαμέρισμα, τη βρήκε ήδη νεκρή στο μπάνιο και ότι, πανικοβλημένος, ζήτησε συμβουλή από έναν άγνωστο άνδρα που, όπως ισχυρίστηκε, συνάντησε τυχαία. Σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, εκείνος τον προέτρεψε να εξαφανίσει τη σορό.

Οπως φέρεται να ανέφερε, το επόμενο βράδυ επέστρεψε με μία βαλίτσα, τοποθέτησε μέσα τη σορό και τη μετέφερε στο εγκαταλελειμμένο συγκρότημα της Κυψέλης, όπου την παρέδωσε στον ίδιο άγνωστο άνδρα. Ισχυρίστηκε ακόμη ότι στη συνέχεια ο άνδρας αυτός τον εκβίαζε πως θα τον κατήγγελλε στην Αστυνομία και γι’ αυτό πραγματοποίησε τις αναλήψεις χρημάτων και συνέχισε να χρησιμοποιεί το κινητό της 38χρονης, στέλνοντας μηνύματα ώστε να φαίνεται πως ήταν ακόμη ζωντανή.

Η εκδοχή αυτή δεν γίνεται αποδεκτή από τις διωκτικές αρχές, οι οποίες θεωρούν ότι οι μαρτυρικές καταθέσεις, τα βίντεο από τις κάμερες ασφαλείας, τα ψηφιακά δεδομένα και οι τραπεζικές κινήσεις συνθέτουν μια διαφορετική εικόνα για τα γεγονότα που οδήγησαν στη δολοφονία της 38χρονης Βρετανίδας.