Πολύ γκάζι, λίγο φρένο

Φόρτωση Text-to-Speech…

ΟΡΕΣΤΗΣ ΦΙΩΤΑΚΗΣ
«Αλογα»
εκδ. Πατάκη, 2026,
σελ. 224

Eνας εικοσάχρονος ασφυκτιά με την ανιαρή ζωή του σε ένα χωριό της επαρχίας. Τα μόνα πράγματα που του δίνουν χαρά είναι ο κολλητός του ο Ν. και οι επιδρομές με τα Aλογα στους κακοτράχαλους δρόμους πέρα από το χωριό. Καβαλώντας τις μηχανές τους, τα Aλογα, καλπάζουν με τη συνοδεία καμιά δεκαπενταριά άγριων αγοριών μες στο σκοτάδι, αφήνοντας τον ίλιγγο να τους αλλάξει για λίγο τη θέα του κόσμου. Το μυθιστόρημα του Ορέστη Φιωτάκη (Κρήτη, 2001) επικεντρώνεται στην υπαρξιακή δυσφορία του νεαρού ήρωα, ο οποίος ονειρεύεται μια μεγαλειώδη φυγή προς έναν φλεγόμενο ουρανό. Η πραγματικότητα τον απελπίζει. «Τι σόι ζωή είναι αυτή που όλο γδέρνει και ματώνει;».

Ερωτική επιθυμία

Το σοβαρότερο ζόρι του ήρωα είναι η απωθημένη σεξουαλική επιθυμία για τον Ν. Ξέρει ότι τον έχει ερωτευθεί, αλλά επίσης ξέρει πως στον περισφιγμένο περίγυρο της επαρχίας η ομοφυλοφιλία καταντά αντικείμενο χλευασμού. Γι’ αυτό έχει επιβάλει στον εαυτό του μια πλαστή ταυτότητα, συμβατή με τα ήθη του χωριού. Στις επιδρομές των Αλόγων παριστάνει τον σκληρό και τον αλήτη, καπνίζει χόρτο και κάνει μαγκιές. Οταν, όμως, βρίσκεται μόνος με τον Ν., η πρόσοψη καταρρέει διαμιάς από τη διακαή παρόρμηση να τον αγγίξει. «Οτιδήποτε άλλο το έχω σκοτώσει και το έχω πετάξει βαθιά μέσα στους λάκκους του μυαλού μου. Μα τώρα δεν μπορώ να αντισταθώ στην παρόρμηση να αγγίξω τα χείλη του, και αυτό κάνω».

Αναμφίβολα η queer λογοτεχνία έχει γίνει μόδα. Ιδίως οι νεότεροι συγγραφείς θεωρούν υποχρεωμένοι να εντάξουν στις μυθοπλασίες τους στοιχεία ομοερωτισμού, σαν να μην είναι μια σεξουαλική έκφραση απολύτως τετριμμένη, αλλά μια εκκεντρικότητα, ο εναγκαλισμός της οποίας καθιστά το βιβλίο ανεπίληπτα woke. Στα εν λόγω βιβλία το βίωμα της ομοφυλοφιλίας δείχνει τόσο στεγνό και ξένο, όσο ξένο το αντιλαμβάνονται και οι πιο ακραιφνείς μάτσο. Ο ήρωας του Φιωτάκη βιώνει την ομοφυλοφιλία σαν κοσμογονία. Εχει όμως ελαφρυντικά. Ζει στην επαρχία και είναι μόλις είκοσι χρόνων. Αλλά δεν διαθέτει τον παραμικρό φραγμό ενάντια στην αυτολύπηση. Συνέχεια ολολύζει. «Δεν ξέρω γιατί είναι όλα τόσο δύσκολα. Θα τρελαθώ τελείως».

Πολύ γκάζι, λίγο φρένο-1

Οι σκέψεις του ήρωα διαπνέονται από παιδική αφέλεια και εφηβικό ιδεαλισμό. Μόνο οι έφηβοι εκκρίνουν αφειδώς το θανατηφόρο χαρμάνι αυτολύπησης, αυτοαπέχθειας και φιλαυτίας. Ενα ενδιαφέρον γνώρισμα του ήρωα είναι η έντονη επιμονή του στην αναξιοπιστία του. Επαναλαμβάνει πως τα λεγόμενά του δεν πρέπει να γίνουν πιστευτά. Ακόμα και αν ο αναγνώστης είχε περάσει ξυστά στη δεύτερη σελίδα την ομολογία της ψευδομανίας, θα αναγκαστεί να την πάρει στα σοβαρά όσο η αφήγηση προχωράει. Ο αφηγητής εμφανίζεται ολοένα πιο απρόθυμος να διαχωρίσει την πραγματικότητα από τα αποκυήματα των φαντασιώσεών του. Επιπρόσθετα, συχνά σπάει την ομαλή αφηγηματική ροή και παραμιλά σε ατέρμονες, άστικτες φράσεις για τους εφιάλτες και τους τρόμους του μυαλού του. Αυτά τα ορμητικά ξεσπάσματα, με τη γλώσσα να τραυλίζει και να καταβαραθρώνεται, αποτελούν τα πιο εντυπωσιακά μέρη του βιβλίου. Εχουν δύναμη και νεύρο, τα σημαντικότερα εφόδια του νεαρού συγγραφέα.

Την αφήγηση ηλεκτρίζει η αγωνία του ήρωα να ταυτίσει το πρόσωπό του με εκείνο του Ν. Εφευρίσκοντας έναν παράδρομο για την ανομολόγητη σεξουαλική επιθυμία, φαντάζεται πως ο Ν. εικονίζει τον ιδεατό εαυτό του, την πιο κολακευτική αντανάκλασή του στον καθρέφτη. Αν τα Αλογα του διασφαλίζουν μια πλαστή κοινωνική ταυτότητα, η σχέση του με τον Ν. του επιτρέπει να διερευνήσει τη γνησιότερή του ταυτότητα. Ο Ν. ως κάτοπτρο δεν εγκυμονεί απειλές, καθώς η υπόστασή του έχει χάσει καθετί σωματικό. «Σταματάει να αντιστέκεται και με φιλάει κι αυτός, με την ορμή και τη ματαιοδοξία που φιλάει κάποιος το είδωλό του στον καθρέφτη. Με τραβάει στο κρεβάτι και πέφτουμε πάνω στα παπλώματα». Οι αμυντικές φρεναπάτες δεν αντέχουν στο πλησίασμα των σωμάτων. Σωριάζονται μαζί τους στο ξέστρωτο κρεβάτι.

Στη διαπασών

Ο Φιωτάκης προσπάθησε να ενσωματώσει στη γραφή του τον ίλιγγο της ταχύτητας, την ισοπεδωτική ορμή της, που εκμηδενίζει κάθε αθέλητη σκέψη. Ωστόσο, δεν έχει την ικανότητα να ελέγχει την παραφορά και τη συγκίνηση. Ολα ακούγονται στη διαπασών, κυρίως το κλάμα. Ακόμα και τα καλά κομμάτια, όπως τα παραμιλητά και τα παραισθητικά οράματα, υστερούν ως προς τη γλωσσική ευρηματικότητα. Τα «είναι» πλεονάζουν, όπως και το «αφήγημα»· «σπάω το αφήγημα χαλάω το αφήγημα είμαι το αφήγημα», «να καταστρέψω το αφήγημα να το διαλύσω», «το αφήγημα με κατατρώει το αφήγημα με πνίγει». Βέβαια, η λέξη είναι προ πολλού απαξιωμένη, πολύ πριν ενσκήψει στη μυθοπλασία του Φιωτάκη.

Η γραφή πατάει τέρμα το γκάζι, αλλά ξεχνάει τα φρένα. Με άλλα λόγια, ξεχνάει να κόψει ταχύτητα για να σκεφτεί την ίδια της την επενέργεια. Εδώ έγκειται η κρίσιμη ουσία της συγγραφής, στο ένστικτό της να διανοίγει λέξη τη λέξη την πιο συναρπαστική διαδρομή. Ο Φιωτάκης έχει εφόδια, αλλά και δρόμο ακόμη.