Του Πατριάρχη
Στην ψυχοπαθολογία της σύγχρονης πολιτικής, υπάρχει μια κατηγορία ανθρώπων που αρνούνται συστηματικά να ενηλικιωθούν. Είναι εκείνοι οι επαγγελματίες δικαιωματιστές και οι αυτόκλητοι σωτήρες των λαών, οι οποίοι, κλεισμένοι στην ασφάλεια και το βόλεμα της δυτικής δημοκρατίας, οργανώνουν με πάθος μπριγάδες, φλοτίλες και διάφορες άλλες επικοινωνιακές γραφικότητες. Το πρόσχημα είναι πάντα ευγενές, ανθρωπιστικό και «αντιμπεριαλιστικό». Η ουσία, όμως, παραμένει μια θλιβερή άσκηση υποκρισίας που απαιτεί πλέον ιατρική και όχι πολιτική γνωμάτευση.
Παρατηρώντας τη δράση αυτών των κομμάτων, ομάδων, συλλογικοτήτων κλπ διερωτάται κανείς ποια αόρατη κλωστή συνδέει την υπεράσπιση των τρομοκρατών της Χαμάς στη Γάζα, τη θερμή συμπαράσταση στο δικτατορικό καθεστώς της Κούβας, την αφασική σιωπή απέναντι στο θεοκρατικό ιερατείο του Ιράν και, φυσικά, την προκλητική κάλυψη στη Ρωσία του ανθρώπου που έχει δολοφονήσει κάθε αντίπαλο του; Εδώ και πέντε χρόνια, το καθεστώς του Πούτιν διεξάγει μια αιματηρή εισβολή στην Ουκρανία, σφαγιάζοντας αμάχους και ισοπεδώνοντας πόλεις. Κι όμως, οι αυτόκλητοι ειρηνιστές είτε σωπαίνουν επιδεικτικά είτε ψελλίζουν δικαιολογίες που αγγίζουν τα όρια της ανοιχτής στήριξης στον εισβολέα. Το κάνουν από το 2014, όταν το καθεστώς Πούτιν ξεκίνησε την πρώτη φάση της εισβολής στην Κριμαία και το Ντομπάς. Ο μόνος συνδετικός κρίκος σε αυτό το παράδοξο ιδεολογικό κοκτέιλ είναι η τυφλή, σχεδόν εμμονική απέχθεια προς τη Δύση, τους θεσμούς της και τα δημοκρατικά πολιτεύματα σε Ευρώπη και Αμερική.
Αν προσπεράσει κανείς το εύλογο ερώτημα για το ποιος καλύπτει το τεράστιο οικονομικό κόστος όλων αυτών των θεαματικών εκστρατείων, όπου οι συνήθεις ύποπτοι όπως η Ρωσία, η Τουρκία και το Ιράν κινούν με άνεση τα νήματα, η γυμνή αλήθεια είναι αποκαρδιωτική. Αυτοί οι αυτόκλητοι προστάτες δεν προσφέρουν καμία απολύτως βοήθεια στους λαούς που υποτίθεται ότι συντρέχουν. Στην πραγματικότητα, λειτουργούν ως χρήσιμοι ηλίθιοι για τη διατήρηση της καταπίεσης και της αυταρχικότητας.
Ξεχνούν ότι η Χαμάς δεν δρα τρομοκρατικά μόνο κατά του Ισραήλ, αλλά κρατά ομήρους και τους ίδιους τους Παλαιστίνιους στη Γάζα, χρησιμοποιώντας τους ως ανθρώπινες ασπίδες. Εθελοτυφλούν μπροστά στη στυγνή δικτατορία της Αβάνας, που έχει οδηγήσει έναν ιστορικό λαό στην απόλυτη φτώχεια και την εξαθλίωση. Κλείνουν τα μάτια απέναντι στο σκοταδιστικό καθεστώς της Τεχεράνης, το οποίο πνίγει στο αίμα κάθε φωνή ελευθερίας, εκτελεί νέους ανθρώπους και ξυλοκοπεί γυναίκες μέχρι θανάτου. Την ίδια ώρα, προσπερνούν τα εγκλήματα πολέμου στην Ουκρανία, επειδή ο θύτης τυγχάνει να εχθρεύεται τη Δύση.
Όλη αυτή η επικίνδυνη γραφικότητα βαφτίζεται «αγώνας κατά του καπιταλισμού». Πρόκειται για μια τραγική ειρωνεία. Όλοι αυτοί οι ακτιβιστές απολαμβάνουν τα αγαθά, την ασφάλεια και την ατομική ελευθερία που τους παρέχει απλόχερα η ανοικτή δυτική κοινωνία και χρησιμοποιούν τα δικαιώματα που τους εγγυάται η φιλελεύθερη δημοκρατία για να την υπονομεύσουν εκ των έσω, θέτοντας συχνά σε κίνδυνο ακόμα και την εξωτερική πολιτική και την ασφάλεια των ίδιων των χωρών τους.
Η επιστήμη της ψυχιατρικής αναγνωρίζει την προβολή ως έναν αμυντικό μηχανισμό όπου το άτομο αρνείται τη δική του πραγματικότητα. Στην προκείμενη περίπτωση, η εμμονική άρνηση της πραγματικότητας από τους «αντιμπεριαλιστές» της εποχής μας δεν συνιστά πολιτική άποψη, αλλά μια μορφή συλλογικής παράνοιας. Όταν η ιδεοληψία σε τυφλώνει σε τέτοιο βαθμό ώστε να ανέχεσαι ή να χειροκροτείς τους βασανιστές και τους εισβολείς, ενώ καταδικάζεις την ελευθερία, τότε ο διάλογος έχει τελειώσει και η διάγνωση είναι πλέον προφανής. Δεν πρόκειται για αγάπη προς τους καταπιεσμένους, αλλά για μίσος προς τους ελεύθερους. Η αλληλεγγύη που δεν διακρίνει το θύμα από τον θύτη δεν είναι αλληλεγγύη. Είναι απλώς ιδεοληψία.