Σκούριασαν τα κλειδιά των σπιτιών της Αμμοχώστου

Του Πατριάρχη

Κάθε χρόνο, βλέποντας τις εικόνες από την αντικατοχική εκδήλωση του Δήμου Αμμοχώστου, αισθάνομαι μια βαθιά θλίψη. Στις εξέδρες και στις καρέκλες βρίσκονται όλο και περισσότεροι άνθρωποι που γνωρίζουν την πόλη από τις αφηγήσεις των γονιών και των παππούδων τους. Από φωτογραφίες που κιτρίνισαν, από κλειδιά που δεν άνοιξαν ποτέ ξανά καμία πόρτα, από διευθύνσεις σπιτιών που έγιναν οικογενειακά κειμήλια.

Την ίδια ώρα λιγοστεύουν αυτοί που περπάτησαν στους δρόμους της Αμμοχώστου, που κολύμπησαν στις παραλίες της, που γνώριζαν ποιος έμενε στο διπλανό σπίτι και ποιος καθόταν στο απέναντι τραπέζι. Φεύγουν ένας ένας, έχοντας φυλαγμένη μέχρι το τέλος μια βαλίτσα για την επιστροφή. Μόνο που η βαλίτσα έμεινε κλειστή και η επιστροφή δεν ήρθε.

Τους την υποσχέθηκαν πολλές φορές. Τόσες, ώστε η υπόσχεση να χάσει το νόημά της. Άκουσαν για ψηφίσματα, σχέδια, πρωτοβουλίες, συνομιλίες, μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης και συμφωνίες που βρίσκονταν δήθεν πολύ κοντά. Κάθε φορά τους έλεγαν να κάνουν ακόμη λίγη υπομονή. Έκαναν παιδιά, απέκτησαν εγγόνια και δισέγγονα. Έζησαν προσωρινά για περισσότερο από μισό αιώνα.
Το «προσωρινό» έγινε ολόκληρη ζωή.
Δεν μας πρόδωσε ο χρόνος. Ο χρόνος έκανε αυτό που κάνει πάντοτε. Προχωρούσε. Εμείς τον σπαταλήσαμε, συχνά με την αλαζονική βεβαιότητα ότι η Αμμόχωστος θα μας περιμένει άδεια και ανέγγιχτη, σαν να είχε υπογράψει συμβόλαιο με την Ιστορία. Όμως η Ιστορία δεν κρατά κανένα ακίνητο επ’ αόριστον για τον νόμιμο ιδιοκτήτη του.

Κάναμε λάθη, μετά προσθέσαμε άλλα λάθη για να διορθώσουμε τα προηγούμενα και στο τέλος βαφτίσαμε την ακινησία «σταθερή θέση αρχών». Χάσαμε ευκαιρίες, παρασυρθήκαμε από συνθήματα, καλλιεργήσαμε ψευδαισθήσεις και συνηθίσαμε να μετράμε επιτυχίες με βάση το αν μια ανακοίνωση των Ηνωμένων Εθνών περιείχε τη σωστή διατύπωση. Στο μεταξύ η Τουρκία δημιουργούσε τετελεσμένα. Χωρίς λογοτεχνικές διατυπώσεις και χωρίς ιδιαίτερο σεβασμό στις ανησυχίες μας.
Η κατοχή έμεινε κατοχή. Ο κατακτητής έμεινε στην Αμμόχωστο και οι νόμιμοι κάτοικοί της έμειναν απέναντι, να κοιτούν την πόλη τους σαν να παρακολουθούν από μακριά την κηδεία της ίδιας τους της ζωής.

Οι αντικατοχικές εκδηλώσεις είναι αναγκαίες, αλλά δεν μπορούν να μετατραπούν σε ετήσια τελετή πολιτικού μνημοσύνου. Δεν αρκούν οι ομιλίες, τα τραγούδια, οι σημαίες και οι διαβεβαιώσεις ότι «δεν ξεχνούμε». Η μνήμη χωρίς πολιτική γίνεται τελετουργία. Και η τελετουργία, όσο συγκινητική κι αν είναι, δεν ανοίγει οδοφράγματα ούτε επιστρέφει σπίτια.

Το πιο οδυνηρό είναι ότι μαζί με τους ανθρώπους που φεύγουν χάνεται και η ζωντανή Αμμόχωστος. Εκείνη που δεν ήταν σύμβολο, σύνθημα ή φωτογραφία μιας λεηλατημένης πόλης. Ήταν καθημερινότητα, ζωή και μέλλον.

Σε λίγο δεν θα υπάρχουν άνθρωποι που να θυμούνται την επιστροφή. Θα υπάρχουν μόνο απόγονοι που θα διεκδικούν τη μνήμη της. Και τότε ίσως αντιληφθούμε ότι η μεγαλύτερη νίκη της κατοχής δεν ήταν ότι έκλεισε μια πόλη. Ήταν ότι περίμενε υπομονετικά να πεθάνουν εκείνοι που ήξεραν πώς ήταν όταν ζούσε.