Φόρτωση Text-to-Speech…
Αυτή η γωνία της Βασιλίσσης Σοφίας με τη Βεντήρη δεν ήταν ποτέ πριν πράσινη. Oι νέες πυκνές φυτεύσεις ήταν στο νέο landscape design του The Ilisian και ολοκληρώθηκαν με την παράδοση του έργου πριν από μερικούς μήνες. Ετσι το Βυζαντινό μετά την επαναλειτουργία του απέκτησε έναν καταπράσινο κήπο και μόλις κανείς καθίσει σε ένα από τα τραπέζια του επί της Βασιλίσσης Σοφίας, η λεωφόρος λες και απομακρύνεται.

Οι πυκνές φυτεύσεις δημιουργούν μικρές, προστατευμένες γωνιές, τα τραπέζια έχουν αρκετή απόσταση μεταξύ τους και το πράσινο λειτουργεί σαν ένα φυσικό φίλτρο ανάμεσα στο εστιατόριο και στην πόλη. Εξακολουθείς να βρίσκεσαι στην καρδιά της Αθήνας, αισθάνεσαι την κίνησή της, αλλά κάθεσαι αρκετά προφυλαγμένος ώστε να μπορείς να την παρατηρείς χωρίς να σε κουράζει. Αυτή είναι μάλλον μία από τις πιο εμφανείς διαφορές του The Ilisian από το παλιό Hilton: το πράσινο. Τα φυτά και τα δέντρα του The Ilisian δεν περιορίζονται σε έναν διακοσμητικό κήπο, αλλά εμφανίζονται παντού, μέσα και έξω από τα κτίρια, μαλακώνοντας την αυστηρή γεωμετρία τους και αλλάζοντας την αίσθηση του προορισμού. Ο κήπος του Βυζαντινού είναι μία από τις πιο ευχάριστες εκφράσεις αυτής της νέας ταυτότητας.

Οπως, όμως, το The Ilisian δεν είναι απλώς το παλιό Hilton με καινούργια πρόσοψη, έτσι και το Βυζαντινό δεν είναι η αναπαράσταση του εστιατορίου που θυμούνται οι παλαιότεροι Αθηναίοι.
Το παλιό Βυζαντινό υπήρξε ένα εστιατόριο ξενοδοχείου που κατάφερε να πάψει να αντιμετωπίζεται ως «εστιατόριο ξενοδοχείου» και να γίνει μέρος της καθημερινότητας της Αθήνας με κάθε αφορμή: για ένα επαγγελματικό γεύμα, για καφέ με τις φίλες περίοικους, ένα οικογενειακό τραπέζι ή ένα μεταμεσονύχτιο φαγητό, το καθιερωμένο brunch της Πρωτοχρονιάς και όλα τα χιλιοειπωμένα που γράφτηκαν και ξαναγράφτηκαν με αφορμή την επαναλειτουργία του. Το Βυζαντινό δεν αγαπήθηκε μόνο για την κουζίνα του. Αγαπήθηκε επειδή έγινε συνήθεια.

Το νέο Βυζαντινό κρατά το όνομα και μαζί του προφανώς ένα μέρος από αυτές τις αθηναϊκές αναμνήσεις, αλλά στην πραγματικότητα είναι ένα ολοκαίνουριο εστιατόριο. Δεν επιστρέφει ακριβώς· ξανασυστήνεται ως μια σύγχρονη grande brasserie, με εντελώς διαφορετική αισθητική, άλλο μενού και μπορεί και διαφορετικές φιλοδοξίες.
Στην κουζίνα του, ο βραβευμένος σεφ Αγγελος Λάντος ακολουθεί δύο παράλληλες διαδρομές. Ο κατάλογος χωρίζεται στη «Γαλλική Πινελιά» και στο «Ελληνικό Τραπέζι», δύο κουζίνες που παρουσιάζονται ισότιμα. Στη γαλλική πλευρά συναντάμε τερίνα foie gras με τσάτνεϊ κόκκινων φρούτων και πιπεριά Espelette, σαλιγκάρια Βουργουνδίας, κλασικό μοσχαρίσιο ταρτάρ, tarte flambée με τυρί Munster, πάπια Challans και μοσχάρι au poivre. Απέναντί τους βρίσκονται οι ημίπαστες γαρίδες με ντομάτα, λεμόνι και κρίταμο, η μοσχαρίσια γλώσσα με τουρσί σταμναγκάθι, το λαβράκι φρικασέ, το σιγομαγειρεμένο κατσικάκι με κριθαράκι και το κουνέλι στιφάδο. Στο τραπέζι, βέβαια, δεν χρειάζεται να διαλέξεις πλευρά. Αυτό κάνει το φαγητό εδώ πολύ ενδιαφέρον: η τερίνα μπορεί να έρθει πριν από το κατσικάκι, οι ημίπαστες γαρίδες να συνυπάρξουν με την πάπια και η πορτοκαλόπιτα να μοιραστεί την τελευταία πράξη του δείπνου με μια crème brûlée ή μια Opera σοκολάτας.

Η θεατρικότητα μιας grande brasserie εμφανίζεται κυρίως στο σέρβις. Τα τρόλεϊ κινούνται ανάμεσα στα τραπέζια, τα τυριά κόβονται μπροστά στον επισκέπτη και τα γλυκά παρουσιάζονται πριν επιλεγούν. Δεν πρόκειται για διακοσμητική αναφορά στο παρελθόν, αλλά για έναν τρόπο σερβιρίσματος που επιβραδύνει ευχάριστα το γεύμα και επαναφέρει τη συνομιλία με τους ανθρώπους της σάλας. Από τη δική μας επίσκεψη ξεχώρισα το κλασικό μοσχαρίσιο ταρτάρ που φτιάχτηκε μπροστά μας και σερβιρίστηκε ως μακρουλά κεφτεδάκια, την ωραία νισουάζ με τόνο τατάκι και τραγανά λαχανικά, το κατσικάκι γιουβέτσι που έκανε εκείνη τη Δευτέρα να μοιάζει με Κυριακή αλλά και το ψάρι ημέρας που ήρθε τηγανισμένο στην εντέλεια, πάνω σε μια απαλή, λευκή σος ταρτάρ.
Η λίστα κρασιών ακολουθεί την ίδια ελληνογαλλική λογική, χωρίς να περιορίζεται σε αυτήν. Μαζί με τα κοκτέιλ, δίνει στο Βυζαντινό τη δυνατότητα να λειτουργήσει όχι μόνο ως προορισμός για ένα πλήρες δείπνο, αλλά και για ένα ποτό με μερικά πιάτα στη μέση ή ένα παρατεταμένο μεσημεριανό.
Τα γλυκά είναι εντυπωσιακά, το τρόλεϊ με τα μικρότερα γλυκίσματα επίσης, ωστόσο στην επόμενη επίσκεψη θα ήθελα να δοκιμάσω τα σπανιότερα γαλλικά τυριά, που έρχονται επίσης… εποχούμενα μέχρι το τραπέζι.

Το αν το νέο Βυζαντινό θα αποκτήσει τη θέση που είχε κάποτε το παλιό στη ζωή της Αθήνας δεν μπορεί να κριθεί στους πρώτους μήνες της λειτουργίας του. Ενα εστιατόριο δεν γίνεται θεσμός επειδή κληρονομεί ένα ιστορικό όνομα, ούτε επειδή διαθέτει έναν εντυπωσιακό χώρο και μια φιλόδοξη κουζίνα. Χρειάζεται χρόνο, επαναλαμβανόμενες επισκέψεις και, κυρίως, ανθρώπους που θα αρχίσουν να το θεωρούν δικό τους. Αυτό θα φανεί αργότερα.
Προς το παρόν, το νέο διαθέτει έναν από τους πιο όμορφους νέους κήπους του κέντρου, πολύ καλό φαγητό και αρκετούς λόγους για να καθίσουμε στα τραπέζια του, ειδικά τώρα που η Αθήνα αδειάζει και μπορεί κανείς να απολαύσει λίγο περισσότερο τον χώρο, τον χρόνο και την πόλη.
Byzantino Grand Brasserie, The Ilisian Conrad Athens, Λεωφ. Βασ. Σοφίας 46, Ιλίσια
Ωρες λειτουργίας: καθημερινά 12:30 μ.μ. – 4 μ.μ., 6:30 μ.μ. – 11 μ.μ.
Τιμή: από 50€ έως 80€ χωρίς τα ποτά
*Τα καταστήματα και τα προϊόντα που προτείνονται είναι επιλογές της δημοσιογράφου και δεν έχουν εμπορικό σκοπό.