Φόρτωση Text-to-Speech…
Η γνωριμία μου με τον Μάνο Ελευθερίου είχε κάτι κινηματογραφικό. Hμουν δεν ήμουν καμιά 20αριά χρονών. Είχα πάει να αγοράσω ιστορικά και λογοτεχνικά βιβλία για τη Σύρο σε κεντρικό βιβλιοπωλείο της Αθήνας. Στεκόμουν στην ουρά για το ταμείο, με αρκετές εκδόσεις υπό μάλης. Ανάμεσά τους και ένα αντίτυπο από «Τον καιρό των χρυσανθέμων». Ξαφνικά ένα χέρι μου χτύπησε απαλά τον ώμο: «Νεαρά μου δεσποινίς, τι σχέση έχετε με το νησί;». Γύρισα και είδα την ευγενική του μορφή με τη γνωστή τραγιάσκα του, τα στρογγυλά του γυαλιά, τη χαρακτηριστική φωνή του, τα ακροδάχτυλα που είχαν γράψει τόσο ωραία κείμενα και ποιήματα. Πιάσαμε μια υπέροχη κουβέντα για τα βιβλία του, για την κοινή μας πατρίδα, τα αρχιτεκτονήματα του Τσίλλερ, τις εξοχές, το συριανό θέατρο. Στο τέλος είδα συγκίνηση στα μάτια του. Σαν να είχα αξιωθεί την ίδια μου την καταγωγή, προσθέτοντας γνώση στο αίσθημα. «Oποιος δεν ξέρει την ιστορία της ρίζας του, του τόπου του, χάνει ένα κομμάτι του εαυτού του», μου είχε πει ξεπροβοδίζοντάς με έως την έξοδο.

Τον Μιχάλη Μακρουλάκη, από την άλλη, τον γνώριζα καλύτερα. Εμενε στη Σύρα, είχε σπίτι στον Φοίνικα και του άρεσε πολύ να ζωγραφίζει τα χορταράκια στον λόφο του Χαρασσώνα. Υποκλινόμουν πάντα στον τρόπο του να προσεγγίζει θέματα ταπεινά και υψηλά, από άνθη ώς το ανθρώπινο σώμα, με την ίδια αγάπη και αφοσίωση. Κοσμοπολίτης, καλλιεργημένος, λεπταίσθητος, αναγνώριζε και αυτός ένα είδος συγγένειας που διαπερνά όλους όσοι έχουν τη συριανή φύτρα.

Ο Ελευθερίου και ο Μακρουλάκης συναισθάνονταν άλλωστε ότι με το έργο τους συνεχίζουν μια ιδιαίτερη παράδοση που ξεκίνησαν ο Ροΐδης, η Ρίτα Μπούμη Παππά, ο Κωστής Μπαστιάς, λόγιοι, καλλιτέχνες, αρχιτέκτονες που μεγαλούργησαν στο αιγαιοπελαγίτικο άστυ. Και ήταν τόσο όμορφη και ευαίσθητη η ιδέα του Χρήστου Μποκόρου να αφιερώσει φέτος μια έκθεση για να τιμήσει αυτούς τους δυο ξεχωριστούς ανθρώπους. Η ατομική φιλοξενείται μέχρι και τις 30 Αυγούστου στην αίθουσα Γιάννη και Ελένης Βάτη στην Ερμούπολη, με τίτλο «Δυο κεριά μεσοπέλαγα. Για τον Μάνο και τον Μιχάλη», σε διοργάνωση του δήμου.

Εχουν περάσει πάνω από δέκα χρόνια από τότε που παρουσίασε τα «Στοιχειώδη» στο νησί και επιστρέφει για να μιλήσει για τη μνήμη και τις οφειλές σε προσωπικότητες του καιρού μας. Συμπεριλαμβάνει έργα πρόσφατα, επιλεγμένα έτσι ώστε να συνομιλούν με την καλλιτεχνική ουσία των δύο δημιουργών και με όσα τους συνέδεαν: την κοινή τους αγάπη για τη Σύρο, τη σχέση τους με τον χρόνο, την Ιστορία, τους ανθρώπους και το φως του Αιγαίου. Ο Χρήστος Μποκόρος, άλλωστε, πάντα αναγνωρίζει ακόμα και στην πρώτη ύλη με την οποία φτιάχνει τη ζωγραφική του, το ίχνος που έχει μείνει από το παρελθόν, τα σημάδια του, εμφυσώντας πνοή σε παλιά ξύλα και σκουριασμένα σίδερα.

Με ατελιέ στην Καστέλλα και συχνή συνομιλία με τη θάλασσα, ο ζωγράφος κάνει το ταξίδι προς το πέλαγος έχοντας στις αποσκευές του την επίγνωση, τη θέληση να μιλήσει για τα δικά του σημαντικά σε μια εποχή που τα κάνει όλα φθηνά, πρόσκαιρα και ανούσια. Οι φλογίτσες του λοιπόν θα σιγοκαίουν για τον Μάνο και τον Μιχάλη, όχι ως μνημόσυνο αλλά ως γιορτή για όσα οι δυο τους μας χάρισαν.
[emailprotected]