Μετέτρεπε τα ρατσιστικά σύμβολα σε έργα μνήμης και αντίστασης

Φόρτωση Text-to-Speech…

Η Μπέτι Σάαρ, που έφυγε χθες από τη ζωή σε ηλικία 99 ετών, υπήρξε μία από τις σημαντικότερες μορφές της σύγχρονης αμερικανικής τέχνης, με έργο που επηρέασε καθοριστικά τη συζήτηση γύρω από τη φυλή, την ταυτότητα και τη συλλογική μνήμη.

Την είδηση του θανάτου της ανακοίνωσε η γκαλερί Roberts Projects του Λος Αντζελες, η οποία εκπροσωπούσε την καλλιτέχνιδα, χαρακτηρίζοντας το έργο της «συμβολικά πυκνό» και άρρηκτα συνδεδεμένο με το περιβαλλοντικό, πολιτισμικό, πολιτικό, φυλετικό, τεχνολογικό, οικονομικό και ιστορικό πλαίσιο της εποχής του. Μέχρι τα τελευταία χρόνια της ζωής της η Σάαρ συνέχιζε να δημιουργεί. Επί περισσότερο από πέντε δεκαετίες, η εμβληματική Αμερικανίδα δημιουργός επανανοηματοδοτούσε αντικείμενα της καθημερινότητας αφαιρώντας το ρατσιστικό φορτίο τους και μεταμορφώνοντάς τα σε σύμβολα μνήμης, αντίστασης και πολιτισμικής χειραφέτησης κυρίως μέσω μιας μορφής γλυπτικής, το assemblage.

Γεννήθηκε το 1926 στην Πασαντίνα της Καλιφόρνιας. Μεγάλωσε σε μια ζωντανή κοινότητα μαύρων καλλιτεχνών στην Καλιφόρνια. Αν και ξεκίνησε την επαγγελματική πορεία της ως σχεδιάστρια, στράφηκε στις εικαστικές τέχνες στα 35 της, μια σχετικά ασυνήθιστη επιλογή για την εποχή.

Καθοριστική στιγμή στην καριέρα της υπήρξε το 1972, όταν παρουσίασε το εμβληματικό έργο «The Liberation of Aunt Jemima» («Η απελευθέρωση της Θείας Τζεμίμα»), ένα assemblage συνδεδεμένο με τη φυλετικά στερεοτυπική μασκότ των ομώνυμων δημητριακών. Πρόκειται για ένα όρθιο κουτί-βιτρίνα. Στο εσωτερικό του βρίσκεται μια βάση για μπλοκ σημειώσεων, διακοσμημένη με τη μορφή μιας εύσωμης μαύρης γυναίκας με υπερβολικά παραμορφωμένα χαρακτηριστικά και ένα πλατύ, σχεδόν γκροτέσκο, χαμόγελο. Φοράει κόκκινο φόρεμα με λουλουδάτα μοτίβα, κίτρινο μαντίλι με πουά και μια κόκκινη και λευκή μπαντάνα δεμένη σε κόμπο πάνω από το μέτωπό της.

Στο δεξί της χέρι κρατάει μια σκούπα, ενώ το αριστερό, λυγισμένο και ακουμπισμένο στη μέση, στηρίζει ένα τουφέκι. Ανάμεσα στο σώμα της και στον δεξιό βραχίονα διακρίνεται ο μοχλός ασφαλείας μιας χειροβομβίδας. Το δάπεδο του κουτιού είναι στρωμένο με βαμβάκι, ενώ στο φόντο επαναλαμβάνεται το λογότυπο της χαμογελαστής «Aunt Jemima». Το έργο θεωρείται μέχρι σήμερα σταθμός στην ιστορία της αφροαμερικανικής τέχνης και της φεμινιστικής εικαστικής δημιουργίας.

Σε όλη τη ζωή της η Σάαρ συγκέντρωνε αντικείμενα από υπαίθριες αγορές, παλαιοπωλεία και αυλές σπιτιών. Αναζητούσε κυρίως πράγματα που αποκάλυπταν τον τρόπο με τον οποίο η αμερικανική καταναλωτική κουλτούρα είχε απεικονίσει και εμπορευματοποιήσει τους Αφροαμερικανούς. Ιδιαίτερη θέση στη συλλογή της κατείχαν οι μαύρες κούκλες, πολλές από τις οποίες αναπαρήγαν υποτιμητικά φυλετικά στερεότυπα. Η ίδια δεν τις αντιμετώπιζε ως απλά συλλεκτικά αντικείμενα, αλλά ως φορείς μνήμης και εμπειριών, πιστεύοντας ότι διατηρούσαν την «ενέργεια» των παιδιών που τις είχαν κάποτε αγαπήσει.

Τα τελευταία χρόνια είχε αφιερωθεί ιδιαίτερα σε αυτή τη συλλογή, η οποία αριθμούσε περισσότερες από εκατό κούκλες και επρόκειτο να δωρηθεί στο μουσείο New York Historical της Νέας Υόρκης. Κατά τη διάρκεια της πανδημίας, μάλιστα, βρήκε παρηγοριά ζωγραφίζοντάς τες με ακουαρέλα, χαρίζοντάς τους νέες, φανταστικές ζωές μακριά από τις προσβλητικές καταβολές τους

Για τη Σάαρ, η συλλογή αντικειμένων ήταν κάτι περισσότερο από μια καλλιτεχνική μέθοδος. Ηταν μια σχεδόν τελετουργική διαδικασία μεταμόρφωσης, μέσα από την οποία τα αντικείμενα απαλλάσσονταν από το τραυματικό παρελθόν τους και αποκτούσαν μια νέα, απελευθερωτική σημασία. Με αυτόν τον τρόπο κατάφερε να μετατρέψει τα πιο επώδυνα σύμβολα του αμερικανικού ρατσισμού σε έργα που μιλούν για αντοχή, αξιοπρέπεια και συλλογική μνήμη.