Μουσακάς με παραδοσιακή συνταγή Μπαγκλαντές. Σοβαρά τώρα;

Του Πατριάρχη

Στην Κύπρο καταφέραμε να μετατρέψουμε τη παροχή υπηρεσιών και την φιλοξενία τουριστών σε παντομίμα. Παραγγέλνεις κυπριακό καφέ μέτριο, δείχνεις το φλιτζάνι, τη ζάχαρη και το μπρίκι και στο τέλος μπορεί να σου φέρουν στιγμιαίο καφέ με γάλα. Αν ζητήσεις φραπέ χωρίς ζάχαρη, καλό είναι να έχεις μαζί σου φωτογραφία και, για μεγαλύτερη ασφάλεια, έναν μεταφραστή.

Το πρόβλημα δεν είναι η καταγωγή του ανθρώπου που μας εξυπηρετεί. Είναι η ευκολία με την οποία κράτος και εργοδότες φέρνουν ανθρώπους από χώρες της Ασίας και της Αφρικής, τους φορούν μια ποδιά και θεωρούν ότι ολοκληρώθηκε η εκπαίδευσή τους. Χθες μπορεί να έκαναν μια εντελώς διαφορετική δουλειά και σήμερα καλούνται να εξηγήσουν στον τουρίστα τι είναι το κλέφτικο, να ψήσουν σωστά το χαλούμι και να καταλάβουν γιατί ο Κύπριος θέλει τον καφέ του με «ολίγη».

Ο μουσακάς δεν ζητά από τον μάγειρα πιστοποιητικό γεννήσεως, αλλά απαιτεί να ξέρει να φτιάχνει μπεσαμέλ. Ένας άνθρωπος από το Πακιστάν, το Μπαγκλαντές, την Ινδία ή τη Νιγηρία μπορεί να γίνει εξαιρετικός μάγειρας κυπριακής κουζίνας, αρκεί κάποιος να τον εκπαιδεύσει. Από την άλλη, ένας Κύπριος που βάζει κέτσαπ στα κουπέπια δεν αποκτά πλεονέκτημα μόνο και μόνο επειδή γεννήθηκε στη Πάφο.

Η ποιότητα της εξυπηρέτησης δεν μπορεί να στηρίζεται στην καλή πρόθεση ενός εργαζομένου που έφτασε πριν από λίγες εβδομάδες, δεν γνωρίζει ελληνικά και συχνά δεν μιλά καν επαρκώς αγγλικά και μαθαίνει τη δουλειά την ώρα που την κάνει. Ο πελάτης δεν είναι μέρος της εκπαίδευσης. Πληρώνει τιμές ευρωπαϊκού θερέτρου και δικαιούται να παραγγέλνει χωρίς να ανοίγει το κινητό του για να βρει μετάφραση.
Η Εθνική Στρατηγική Τουρισμού 2035 αναγνωρίζει ως αδυναμίες την υπερβολική εξάρτηση από ξένο εργατικό δυναμικό και την ελλιπή κατάρτιση. Άρα δεν πρόκειται για την παραξενιά της αφεντιάς μου επειδή δεν μου έφεραν σωστό φραπέ. Είναι πρόβλημα που επηρεάζει την ποιότητα και την εικόνα του κυπριακού τουρισμού.

Οι επιχειρηματίες έχουν δίκιο όταν λένε ότι δεν βρίσκουν προσωπικό, αλλά θα πρέπει να εξηγήσουν γιατί οι Κύπριοι εγκατέλειψαν τον κλάδο; Οι χαμηλοί έως εξευτελιστικοί μισθοί, τα εξαντλητικά ωράρια, η εποχική εργασία και η έλλειψη προοπτικής δεν κάνουν ένα επάγγελμα ελκυστικό. Όταν επί χρόνια αντιμετωπίζεις τον σερβιτόρο και τον μάγειρα ως προσωρινούς και εύκολα αντικαταστάσιμους, κάποια στιγμή θα μείνεις με τον δίσκο στο χέρι. Έτσι έμειναν και οι δικοί μας.

Η λύση δεν είναι να κλείσουμε την πόρτα στους ξένους εργαζομένους, γιατί χωρίς αυτούς, πολλά ξενοδοχεία και εστιατόρια δεν θα μπορούσαν καν να λειτουργήσουν. Χρειάζονται, όμως, μαθήματα ελληνικών ή τουλάχιστον καλών αγγλικών, εκπαίδευση στην κυπριακή και ευρωπαϊκή κουζίνα, γνώση των τοπικών προϊόντων και αξιοπρεπείς συνθήκες εργασίας. Η φιλοξενία απαιτεί επαγγελματισμό και γνώση και όχι απλώς δύο διαθέσιμα χέρια. Διαφορετικά, θα συνεχίσουμε να διαφημίζουμε την «αυθεντική κυπριακή εμπειρία» και να προσφέρουμε κάτι που θυμίζει Κύπρο μόνο επειδή έχει στο πιάτο μια φέτα χαλούμι.